Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

Summer overdose

ΟΚ, ένας μήνας απουσίας, κάτι οι διακοπές, κάτι η πολλή η ζέστη και η βαρεμάρα, κάτι ότι το laptop έκαψε φλάτζα (μαζί με το τίμιο ματίζ) ... δεν ήθελε και πολύ για να παραμελήσω το αγαπημένο μου σπορ και να επιδοθώ σε άλλες ασχολίες. Μου έλειψε η αλήθεια να λέγεται, ειδικά σε κάτι στιγμές που ένιωθα το δημιουργικό οίστρο να με πλημμυρίζει ή σε κάτι φάσεις που ήμουν έτοιμη να κόψω φλέβες από την τόση ηρεμία, αλλά αν σκεφτεί κανείς πως από τις 29 Ιουλίου είμαι σχεδόν 24/7 με παρέα, ο χρόνος που μου απέμενε για να αποτυπώσω ολοκληρωμένα και γλαφυρά τις σκέψεις μου και τις εμπειρίες μου ήταν περιορισμένος. Τις πρώτες μέρες δε με ένοιαζε κιόλας, έλεγα πως είχα τόσα πράγματα να κάνω, που δε βαριέσαι βρε αδερφέ, θα κρατήσω little notes και θα συντάξω ένα πλήρες κείμενο αργότερα. Μετά την πρώτη εβδομάδα με έπιασε η νοσταλγία, ειδικά όταν δεν είχα αγοράσει και κάνα βιβλίο της προκοπής να διαβάζω στην παραλία κι όταν έβλεπα γύρω μου άλλους να γράφουν στα δικά τους notebooks. Ε, στην πορεία μου έφυγε η κάψα και είπα θα κάνω ένα (και καλό) συγκεντρωτικό post κι από Σεπτέμβριο θα πιάσω σοβαρά δουλειά  στο γράψιμο.
Πάντως κι άνευ ιστολογίου, πέρασα καλά. Πέρασα ένα γεμάτο, γαμάτο καλοκαίρι. Που και αυτή τη χρονιά (πώς το 'παθα) ξεκίνησε καλά από την πρώτη μέρα της άδειας μου, παρά το ότι χρειάστηκε την ημέρα των γενεθλίων μου να ταξιδέψω μόνη μου για το νησί. Το μενού περιελάμβανε ποικιλία από νησιά, χωριά, ράχες, βουνά, εκδρομές. περιπέτειες. μπιτσόμπαρα, αιώρες, chaise longue, κοκτέηλ όλων των ειδών, σφηνάκια, βασιλικά πρωινά, πορτοκαλόπιτες, καφέδες καραβίσιους, ψημμένες ρακές, πασάλειμα με coppertone & hei poa με άρωμα καρύδας, μασάζ στην παραλία, survivor καταστάσεις εν πλω με τον θρυλικό Σκοπελίτη, bbq, μπυρόνια, φάση - καφάσι, souvenir shopping, εκκλησίες, μοναστήρια, baby sitting, παιδιά, γατιά, σκυλιά, πουλιά, ποντίκια, επιτραπέζια, φαγητά γκουρμέ, σουβλάκια με το κιλό, καλαμπόκια να φάνε και οι κότες, κάστρα, παράγκες, ομπρέλες, σκηνές, μηχανές, ποδήλατα, σαμπρέλες, στρώματα θαλάσης, μπρατσάκια, κουβαδάκια, croc's, havaianas, καπέλα πάναμα, σαλβάρια, κολιέ, flower power, manicure & hair styling on the beach, αποκλειστικά Ρέμος-Βέρτης-Βίσση-Μαρινέλλα στο ελληνικό ρεπερτόριο, (θαλασσο)Lykke Li, In my bedroom και black and yellow στο ξένο να εναλλάσσονται στο ipod και το ραδιοκασσετόφωνο, σήμα καμπάνα στου διαόλου στη Γραμβούσα και ανυπαρξία σήματος στον Πύργο Ηλιείας, whatsapp, check-ins και πολύ γέλιο. Και μια μέλισα τον Αύγουστο, να με τσιμπήσει για να δέσει πανηγυρικά το γλυκό.
Overdose από good time λέγεται αυτό που έζησα κι ειλικρινά εύχομαι σε όλους να περάσατε ανάλογα. Για πολλοστή φορά επαληθεύτηκε η ρήση πως όταν έχεις καλή παρέα περνάς παντού καλά, ακόμα κι όταν όλα δεν πάνε και τόσο ρόδινα, γιατί εντάξει, είχαμε και τις αναποδιές μας, είχαμε και κάποιες ταλαιπωρίες, αλλά η διάθεση μας ήταν πάντα στα ύψη και η όρεξη μας (κυριολεκτικά και μεταφορικά) αμείωτη.  Ακόμα και ύπνο χόρτασα, γιατί ήταν τόσο πολυ-πολιτισμικές οι φετινές διακοπές που κατάφερα να κάνω λίγο απ' όλα, να τα ΄"μοντάρω" όλα σωστά και να μπορώ να απαντώ σε όλους πως όλα ΚΟΜΠΛΕ. Ένα τεράστιο ευχαριστώ στις 4 partners in crime, ένα μικρό "επιφυλάσσομαι" σε όσους δεν κατάφερα να συναντήσω ενώ το είχα υποσχεθεί (αλλά πώς να γίνω Τιραμόλα...), ένα γλυκό "κουράγιο" στην αγαπημένη μου κουμπάρα/κολλητή/μανούλα, ένα αει σιχτήρ στους κομπλεξικούς, μια βαθιά υπόκκλιση to those who indulged me, ένα ταπεινό respect σε αυτούς που με καθήλωσαν με το attitude τους και μια μεγάλη αγκαλιά σε όσους με φιλοξένησαν, με τάισαν, με πότισαν και με περιθάλψανε αυτόν τον ένα μήνα. Χωρίς εσάς, το καλοκαίρι απλά δε θα ήταν το ίδιο. Χωρίς εσάς, απλά δε θα ήταν καλοκαίρι. Σας αγαπώ. Φιλιά.

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

Easy rider



Βόλτα με μηχανές... οι περισσότεροι έχουμε την εικόνα του Peter Fonda να καβαλάει αγέρωχος τη harley και παρέα με τον Dennis Hopper να γυρίζουν τις νότιες πολιτείες και να ζούνε την απόλυτη ελευθερία. ΟΚ, η φαντασία σταματά εδώ και μεταφερόμαστε στην ελληνική πραγματικότητα που βόλτα με τις μηχανές ισούται με "καβάλα το παπί, φόρα το κράνος στον αγκώνα και βουρ για Βουλιαγμένη. Δηλαδή, πόσο μα πόσο εκνευρίζομαι όταν βλέπω κόσμο πάνω σε μηχανή χωρίς κράνος... Βέβαια, έχω κουραστεί να τους μουτζώνω, οπότε πλέον απλά κουνάω συγκαταβατικά το κεφάλι μου κι εύχομαι να μη φάνε καμιά μέρα το δικό τους. Σίγουρα υπάρχουν κι οι ευσυνείδητοι, που όχι μόνο φροντίζουν για την ασφάλεια τους κι αυτή των συνεπιβατών τους αλλά και παίρνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα (full gear) ακόμα και για να πάνε μέχρι το περίπτερο (λέμε τώρα). Είναι λίγοι, όμως, και συνήθως είναι αυτοί που διαθέτουν μηχανές μεγαλύτερου κυβισμού, που ενδεχομένως δεν τις χρησιμοποιούν μόνο και μόνο για να γλιτώσουν την κίνηση, αλλά έχουν μεγάλη καύλα με τα δίτροχα, τους αρέσει η ταχύτητα, η περιπέτεια, η αδρεναλίνη. Αυτούς τους riders, συνετούς μεν, τρελλούς δε, τους θαυμάζω και τους σέβομαι.
Να είμαι ειλικρινής, δεν είχα ποτέ boyfriend με μηχανή και ίσως γι'αυτό και μέσα στο μυαλό μου έχω διογκώσει τον ενθουσιασμό  και τη λαχτάρα να ανεβαίνω σε μοτοσυκλέτα.  Η μία κολλητή μου οδηγούσε από παιδί scooter και κάναμε τις κλασσικές εφηβικές βλακείες στο εξοχικό της στην Αίγινα, που ούτε αστυνόμευση υπάρχει, ούτε οι γονείς να μας ελέγχουν. Μια φορά μάλιστα καταφέραμε να νοικιάσουμε και στη Σαντορίνη ένα ξεχαρβαλωμένο παπί, χωρίς δίπλωμα φυσικά και να ζήσουμε το απόλυτο όνειρο των πρώτων girl power διακοπών χωρίς επίβλεψη και με πλήρη άγνοια των κινδύνων. Έκτοτε, οι φορές που ανέβηκα σε μηχανή μετριούνται στα δάχτυλα. Τις περισσότερες φορές ήταν για κάποια βιαστική μετάβαση από ένα σημείο στο άλλο, όπως ας πούμε από το γραφείο στο σπίτι γιατί είχα ξεχάσει το τηλέφωνο ή στην Πάρο για να πεταχτούμε μέχρι το φούρνο να πάρουμε τυρόπιτες, διάρκεια διαδρομής που δεν ξεπερνούσε τα 10 λεπτά max. Στις διακοπές γενικά πάντα νοίκιαζα ή έπαιρνα το δικό μου αμάξι, οπότε ούτε το κίνητρο να διευκολυνθούμε στο να νοικιάσουμε scooter ήταν αρκετό για να με κάνει να αποκτήσω εγώ η ίδια δίπλωμα μηχανής.
Τις προάλλες, λοιπόν, μου δόθηκε η ευκαιρία να ζήσω εμπειρία μηχανόβιου, καθώς ένας φίλος προθυμοποιήθηκε να με πάρει συνεπιβάτη στην εκδρομή μέχρι το Πόρτο Γερμενό. Είμαι σίγουρη πως κάποιο γελάνε από μέσα τους, σκεπτόμενοι σιγά την απόσταση και σιγά το γεγονός.  Πρέπει λοιπόν να προσθέσω πως ο φίλος είναι οδηγός αγώνων και τρελλαμένος με την ταχύτητα, οι μηχανές για αυτόν είναι τρόπος ζωής, όχι εξυπηρέτηση. Συνεπώς, η βόλτα δε θα ήτο απλά μια μετάβαση, αλλά μια mini εμπειρία από γκάζια, στροφιλίκια και πάντες. Κι έτσι ακριβώς αποδείχτηκε, παρά τη ζέστη, παρά του ότι φορούσα δερμάτινο jacket μέσα στο κατακαλόκαιρο και δερμάτινα γάντια και παντελόνι με κλειστά παπούτσια (πόσο μα πόσο μου θύμισε Carrie & Berger αυτή η φάση, που ο τύπος την πήγε σε πρεμιέρα με τη μηχανή κι η άλλη του είχε σκάσει με το δωδεκάποντο manolo και το έξωμο φόρεμα) κι ένα κράνος λίγο μεγάλο για το κεφάλι μου. Efoulini hit the highway. Τέρμα τα γκάζια στη Αττική Οδό, προσπεράσεις και στροφίδια στον επαρχιακό δρόμο, ο λίβας να καίει, η άσφαλτος να βράζει και τα μυαλά στα κάγκελα. Boooooooorn to be wiiiiiiiiiiiiiiild.
To αστείο φυσικά είναι πως ενώ η όλη φάση είναι χιλιόμετρα μακριά από το lifestyle μου και γενικά οι πιθανότητες να το εντάξω στη ρουτίνα μου είναι μάλλον μηδαμινές, μου άρεσε τόσο πολύ, δε φοβήθηκα καθόλου (unlike άλλες γυναίκες επιβάτες όπως μου επεσήμανε ο φίλος) και ήθελα κι άλλο από το δευτερόλεπτο που ξεκαβάλησα. Μέσα σε μια εβδομάδα ξανανέβηκα σε μεγαλύτερη μηχανή, σε μια κατακόκκινη ducati και πήγα μέχρι τη Χαλκίδα, με μέση ταχύτητα τα 230klm/h (νορμάλ, αν αναλογιστείς πως το συγκεκριμένο μοντέλο πιάνει τελική τα 285Klm/h) με την αδρεναλίνη να χτυπάει tilt και την ενδόμυχη επιθυμία να μην τελειώσει η βόλτα. Σαν παιδάκι στο τρενάκι του roller coaster, με τη διαφορά ότι δεν μπορούσα να σηκώσω τα χέρια και να ουρλιάζω. Την επόμενη μέρα τα περιέγραφα στις φίλες μου και οι μισές με κορόϊδευαν γιατί έχουν γκόμενους με μηχανές και είναι ήδη πιο έμπειρες αναβάτριες από μένα, ενώ οι πιο συντηρητικές παραδέχονταν πως είναι μεγάλο asset να έχει ο άλλος μηχανή, αλλά ωστόσο θέλει προσοχή και σύνεση στην οδήγηση. Όπως και να'χει, είναι κόλλημα και γουστάρω. Μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη να δώσω για δίπλωμα, αλλά λέω να αφήσω στους ειδικούς να αναλάβουν το οδηγικό κομμάτι κι εγώ απλά να απολαμβάνω τις επιταχύνσεις, όποτε και αν μου ξαναδοθεί η ευκαιρία. Φιλιά.

Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

Twits

Διάβασα την Κυριακή στο ένθετο της εφημερίδας ένα άρθρο για τις twits (teenage women in their thirties) και κυριολεκτικά έπιασα τον εαυτό μου να ταυτίζεται με το προφίλ της γυναίκας που περιέγραφε. Don't get me wrong, δε διατείνομαι πως είναι να κομπάζεις με αυτή την κατάσταση ή πως πρέπει να κάνουμε φιέστα επειδή υπάρχουν κι άλλες εκεί έξω που σκέφτονται σαν κι εμένα. Αλλά, ήταν τουλάχιστον παρήγορο πως και οι υπόλοιπες της παρέας κούνησαν το κεφάλι συγκαταβατικά όταν τους διάβασα αποσπάσματα από το κείμενο. Και στη τελική, ο κύκλος μου απαρτίζεται από πάρα μα πάρα πολλές twits. (Βέβαια, ο όρος μπορεί να μην είναι και τόσο λιμπιστερός όσο το ακρωνύμιο milf, αλλά για κάποιο λόγο προαισθάνομαι πως όλες οι twits έχουν το potential να γίνουν μίλφες). Όπως και να'χει, το φαινόμενο είναι παγκόσμιο κι αποτελεί σημείο των καιρών μας.
Να το θέσουμε λαϊκά κι ελληνικά, οι twits είναι τριαντάρες που αρνούνται να συμβιβαστούν με την ιδέα ότι μεγαλώνουν, διεκδικούν τα ίδια προνόμια που χαίρονταν όταν ήταν έφηβες, είναι γεμάτες ενέργεια και όρεξη για ζωή, έτοιμες για περιπέτειες, αποδεσμευμένες από ταμπού και κοινωνικές πιέσεις.  Μετακυλούν το ραντεβού με τη μητρότητα για όσο το δυνατόν αργότερα και έχουν προτεραιότητα στη ζωή την οικονομική τους ανεξαρτησία, την επαγγελματική αναρρίχηση, την ελευθερία κινήσεων στις διαπροσωπικές σχέσεις. Γυμνάζονται, έχουν ψαγμένα χόμπυ, κάνουν διαλογισμό, ατέρμονο shopping, ανελέητο nightlife και είναι πάντα ακούραστες. Το motto τους είναι girls just wanna have fun και μοιάζουν να έχουν έτοιμο το αντίδοτο στα αγοράκια που παίζουν pro (και δεν έχουν χρόνο για το μωρό). Φοράνε t-shirts που έχουν στάμπα τη hello kitty, εμμένουν στο ίδια αξεσουάρ που μόστραραν όταν πήγαιναν σχολείο (allstar, rayban, πλεξούδα στο μαλλί, χιλιάδες βραχιολάκια στον καρπό) και ο παλιμπαιδισμός (και η εφηβική αύρα που αποπνέει) πάει σύννεφο.  
Τώρα, βέβαια να λέμε και του στραβού το δίκιο, αυτό το φαινόμενο έχει τις προοπτικές να καταντήσει μάστιγα. Να αρχίσουν όλες οι -άρες σιγά σιγά να μπεμπεκίζουν, να φοράνε ροζ και γκλίτερ και να επιθυμούν διακαώς να μείνουν εμφανισιακά νέες με όποιο κόστος, βλέπε bottox, επεμβάσεις, προσθετικές. Όχι, ότι δεν τις συναντάμε ήδη, αλλά δεν ξέρω εγώ μάλλον θα εκνευριζόμουν αν η πενηντάρα μάνα μου άρχιζε ξαφνικά να μου το παίζει τζόβενο, να ανεβαίνει σαν την κόρη της πάνω σε ducati, να ροκάρει σε συναυλίες, να τα σπάει σε μπουζούκια μέχρι τις 07.00, να γκομενίζει, να μου φοράει hoodies από το abercrombie και να whatsapάρει από το αϊφόνι της. (you are so not getting an iPhone for your nameday, mum). Εύλογα κάποιος θα πει εσύ γιατί ναι κι εκείνη όχι; Επειδή εσύ είσαι 20χρόνια μικρότερη; Το ίδιο απογοητευτικό δεν είναι η τριαντάρα να το παίζει 16χρονη με την πενηντάρα που θέλει να είναι τριανταπεντάρα; Η αλήθεια είναι ότι ενώ τώρα μου φαίνεται άκρως διασκεδαστικό να διάγω έναν κολασμένο βίο και να είμαι ένα well groomed party animal, αναρωτιέμαι αν σε λίγα χρόνια αυτή την εικόνα θα τη σιχαίνομαι και θα την κράζω.
Δε λέω φυσικά και πως το να προσγειωθείς στο μαξιλαράκι της ηλικίας των τριάντα και να υιοθετήσεις τρόπο ζωής και στυλ έτσι όπως φαντάζονται ορισμένοι πως αρμόζει σε αυτή τη γενιά, δηλαδή συμβιβασμός, παντρειά, παιδιά, κυτταρίτιδα, κρέμες νυχτός, ταγιέρ, τηλεκοντρόλ και Κυριακές στην ταβέρνα με άλλα παντρεμένα ζευγάρια (τη ζωή δηλαδή που κάνανε οι thirty something τη δεκαετία του 80) είναι η σωστή αντιμετώπιση. Για όλα πρέπει να υπάρχει ένα μέτρο. Είναι πολύ σημαντικό το πνεύμα μας να μένει πάντα νέο. Το κορμί, όμως, δεν ακολουθεί πάντα και οι καταχρήσεις στο όνομα της νεότητας και της ξενοιασιάς αργά ή γρήγορα θα επιφέρουν συνέπειες. Ούτε να μείνουμε αιώνια προσκοπάκια ούτε όμως να γίνουμε και συνταξιούχοι με το πατήσουμε κάποια χρονάκια. Λίγο χαλινάρι στις ασυγκράτητες ορμές, λίγη εγκράτεια και η τρέλλα μπορεί να μας συνοδεύει για πάντα, ακόμα κι όταν θα έχουμε γράψει αμέτρητα χιλιόμετρα στο κοντέρ. Κάθε περίοδο της ζωής μας να την περιμένουμε με λαχτάρα και όρεξη να τη ζήσουμε όπως της αρμόζει στην περίσταση. Κάποια στιγμή, η εφηβεία τελειώνει κι αρχίζουν τα ζόρια των ενηλίκων, είναι η φυσική ροή των πραγμάτων. Φιλενάδες, έτοιμες για το επόμενο level, λοιπόν ( κομμένα τα hellokitty, t-shirts με στάμπες από χώρες που ταξιδέψατε για το honeymoon χαχαχα). Φιλιά.

Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

Αυτό που θέλουμε

"Και για να έχουμε καλό ερώτημα, εσύ τι θες από τη ζωή σου;"  Ατάκα που την ακούω τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, πλέον. Συνήθως προηγείται και κάποια από τις φράσεις "μάλλον δεν ξέρεις τι σου γίνεται", "τα έχεις χαμένα", "φαίνεσαι μπερδεμένη", "είσαι fucked up". Λες και όλοι αυτοί που σου τα λένε ξέρουν τι τους γίνεται κι έχουν όλα τους τα προβλήματα λυμένα. Δεν ξέρω ποιος είναι πιο pathetic, αλλά εγώ δεν κατηγόρησα ποτέ κάποιον ότι δεν ξέρει πού του πάνε τα τέσσερα επειδή απλά δεν τον γουστάρω και δε θέλω να γκομενίσω μαζί του. Αλλά η κακία βγαίνει εύκολα, προφανώς η προβληματική και η δύστροπη πρέπει να είμαι εγώ. Και κανείς φυσικά να μην κοιτάζει τα δικά του σκατά, τις προσωπικές του αδυναμίες κι ανεπάρκειες. Μόνο να φταίω εγώ. Η καμμένη, όπως έλεγε και πριν κάποια χρόνια ο φίτσουλας.
Ε, λοιπόν, επειδή εγώ όμως έκατσα πολύ καιρό μόνη μου κι έκανα ταμείο και την αυτοκριτική μου, δεν ενέδωσα σε ανασφάλειες, ούτε σε φοβίες και κοινωνικές πιέσεις, δηλώνω πως είμαι μια χαρά. Τα έχω τετρακόσια και ξέρω πολύ καλά και τι μου γίνεται αλλά και τι γίνεται εκεί έξω. Και τη σαπίλα την εντοπίζω από τα πρώτα δέκα λεπτά που συνομιλώ με κάποιον και τη μαλακία τη μυρίζομαι από μακριά και παίρνω δρόμο. Α και στην ηλίθια ερώτηση του τι ζητάω από τη ζωή μου την απάντηση την έχω εύκαιρη. Δε ζητάω τίποτα παραπάνω από αυτό που δικαιούμαι: σεβασμό κι αξιοπρέπεια. Μα, αυτές οι δύο λέξεις είναι κομματάκι βαριές να τις κάνει process o κάθε επηρμένος κακομοίρης, που η μανούλα του κι ο πατερούλης τον μάθανε πως είναι το κέντρο του κόσμου και ότι όλοι  γύρω του είναι υπήκοοι και πρέπει να στέκονται σούζα και να ανταποκρίνονται στην κάθε του ανάγκη, όποτε κι όπου του καυλώσει του μάγκα. Δεν τον μάθανε ποτέ τι σημαίνει σεβασμός, ούτε για τις γυναίκες, ούτε για τους φίλους, ούτε για συναδέλφους, ούτε για το συνάνθρωπο. Εγώ, λοιπόν, αυτό διεκδικώ, κι αν αντιληφθώ ότι δεν μπορώ να το εισπράξω, πολύ απλά παίρνω το καπελάκι μου και αλέκος.
Δε ζήτησα από κανέναν πράγματα που δεν μπορεί ή δε θέλει να δώσει. Δε ζήτησα εξασφάλιση, δε ζήτησα χορηγίες. Δε ζητιάνεψα χάδια, στοργή, αγκαλιές, έρωτα. Δεν απαίτησα τυφλή αφοσίωση, πίστη, ενασχόληση, εμμονή. Δε με ενδιαφέρει να με έχει ο άλλος κορώνα στο κεφάλι του, δε θέλω να με υπηρετεί, να με εξυπηρετεί, να με προσκυνάει. Δεν έβαλα το όπλο στο κρόταφο κανενός να συμπεριφερθεί διαφορετικά απ΄ ό,τι αισθάνεται. Περίμενα, ωστόσο κι ακόμα περιμένω, τα αυτονόητα. Τα πιο απλά πράγματα στη ζωή όμως είναι και τα πιο δύσκολα. Γιατί το να αγαπάς ανιδιοτελώς, να είσαι ειλικρινής και να σέβεσαι τον άλλον είναι μάλλον ανήκουστα στην εντελώς αποχαυνωμένη κοινωνία που ζούμε. Ο καθένας για την πάρτη του και το μουνί του. (Τουλάχιστον, να έχουμε το θάρρος να παραδεχόμαστε όμως ότι είμαστε πουτάνες όταν μας ενδιαφέρει μόνο να περάσουμε καλά.)
Καλώς ή κακώς, όσο ξεδιάντροπο κι ακούγεται, έχω λυμένα τα βιοτικά μου προβλήματα. Δε θα απολογηθώ γι' αυτό. Όποιος έχει θέμα, ας κάνει κάτι με τη ζωή του, δεν του φταίω εγώ επειδή έχει κόμπλεξ κατωτερότητας, δεν του το δημιούργησα ούτε φυσικά προσπάθησα να του το αμβλύνω. Όποιος αισθάνεται "λίγος", ας κάνει την αυτοκριτική του, δεν υπάρχει λόγος να προσπαθεί να με μειώσει με κάθε μέσο για να αισθανθεί καλύτερα. Δεν έκρινα κανέναν ούτε για τις σπουδές του, ούτε για την καταγωγή του, ούτε για την οικονομική ή κοινωνική του κατάσταση. Εγώ είμαι αυτή που είμαι κι εσύ είσαι αυτός που είσαι και το ζητούμενο είναι αν μπορούμε να κάνουμε χωριό με αυτά τα εφόδια (ή κουσούρια, ανάλογα πώς το βλέπει κανείς). Όλα τα άλλα είναι ψιλά γράμματα κι αν ασχολείται ο άλλος με τέτοιες μικρότητες, τότε δικαιωματικά είναι "λίγος". Εμένα με αφήνουν παγερά αδιάφορη, επειδή ακριβώς τα έχω λυμένα, έχω προχωρήσει και είμαι σε άλλο επίπεδο αναζήτησης.
Παρόλ' αυτά, μια μικρή τόση δα ενδόμυχη επιθυμία την έχω... Ουτοπικό μεν, αδιαπραγμάτευτο δε. Θέλω να γουστάρω και να με γουστάρουν. Συμβιβασμοί και second best απλά δεν παίζει. Γιατί από εκεί κι έπειτα ανοίγει το κουτί της Πανδώρας και ξεπετάγονται όλα τα υπόλοιπα κακά. Αν δε σε γουστάρει, δε σ'εκτιμά. Αν δε σ'εκτιμά, δε σε σέβεται. Αν δε σέβεται, σε προσβάλει. Αν σε προσβάλει, σε πληγώνει. Κι όταν πληγώνεσαι, είσαι δυστυχισμένος. Αν κάτι έμαθα όλο το διάστημα που είμαι μόνη μου είναι πως στη μοναξιά δεν είσαι δυστυχισμένος. Νομίζεις πως είσαι δυστυχής, είσαι, όμως, τελικά πιο γεμάτος και πιο χαρούμενος απ'όλους. Γιατί είσαι ελεύθερος, έχεις την αξιοπρέπεια σου και δεν τρώγεσαι με τα ρούχα σου. Σίγουρα έχω κουραστεί να είμαι εργένισα, σίγουρα έχω βαρεθεί να με ρωτάνε πότε επιτέλους θα βρω τον mr big μου, σίγουρα έχω αηδιάσει με τον ρατσισμό απέναντι στους singles (ειδικά προς τις γυναίκες) και να θεωρούν πως εγώ είμαι η δύσκολη και η σπαστικιά (άρα και εύλογα μόνη). Από την άλλη, έχω ακέραιη την πνευματική μου ηρεμία και κοιμάμαι ήσυχη τα βράδυα. Δεν έχω σκοπό βέβαια και να αγιάσω, αυτά τα παπαριλίκια τα αφήνω για τους ηθικολόγους και τους χρηστοήθεις. Τη ζωούλα μου θα την κάνω μια χαρά, θα περάσω καλά για την πάρτη μου, φτάνει να μη θίγω κανέναν και να μην κάνω αυτά που δε θέλω να μου κάνουν. Και κάποια στιγμή αυτό που ψάχνω θα το βρω, ή θα με βρει. Φιλιά.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Σταμούτρασου

Έχω καταντήσει (ή μπορεί να ήμουν κι ανέκαθεν) πολύ ωμή και κυνική, αλλά τουλάχιστον έχω τη συνείδηση μου ήσυχη. Λέω στα μούτρα του άλλου αυτό που πιστεύω και δεν προσπαθώ ούτε στο ελάχιστο πλέον να είμαι διπλωμάτης. Ίσως γιατί έχοντας δοκιμάσει να κερδίσω έναν άνθρωπο χρησιμοποιώντας κάθε δυνατό τρόπο, την ειλικρίνεια, το σεβασμό, την επιμονή, την υπομονή, την πουτανιά, το νάζι, την τρέλα, την αδιαφορία μέχρι και την κακία και παίρνοντας πάραυτα περίτρανα κι ασάλιωτα τον πούλο, κατέληξα στο συμπέρασμα πως σαν Έφη έκλεισα με τις "τακτικές". θα τα λέω από την αρχή και θα εξηγώ πώς έχουν τα πράγματα και θα αφήνω τον άλλον να το διαχειριστεί, και ή να παίξει μπάλα ή να πάρει δρόμο, να αραιώνουμε σιγά σιγά και να βρίσκει ο καθένας το δρόμο του. Δεν έχω άλλες αντοχές να προσπαθώ να φανώ κάπως, έχω κουραστεί να δίνω ευκαρίες και δεν έχω καμία διάθεση απολύτως για εκπτώσεις. Τα πράγματα φιλαράκο μου είναι έτσι, γουστάρεις να με παίξεις στην ομάδα σου; Ναι; Έχει καλώς. Όχι; Άντε στα τσακίδια και παράτα μας.
Το θέμα φυσικά είναι ότι σε κανένα δεν αρέσει από το καλημέρα να του λένε έτσι είναι κι άμα σου αρέσει. Οι περισσότεροι βουρλίζονται και από αντίδραση και μόνο κάνουν κάτι εντελώς σπασμωδικές κινήσεις που φτάνουν μέχρι και να θέλουν να σε ξεφτιλίσουν. Γιατί, όμως, δεν καταλαβαίνω;  Προτιμούν την κοροϊδία, το χάιδεμα των αυτιών, το δούλεμα γιατί είναι πιο ήπιο ή γιατί τρέφουν ελπίδες πως μπορούν να γείρουν την πλάστιγγα, παρά τις ενδείξεις εναντίον τους; Κι όμως, επιμένω πως παρά το σοκ της πρώτης εντύπωσης, το να είναι ο άλλος ευθύς μαζί σου και να έχει το θάρρος να σε απορρίψει, ή να σου ξεκαθαρίσει αντρίκια και σταράτα πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα, είναι έντιμο και κάποια στιγμή, στο απώτερο μέλλον, όταν θα σκέφτεσαι καθαρά, όταν θα έχεις δει τι σκατά σαπίλα κυκλοφορεί εκεί έξω, θα το εκτιμήσεις. Και τότε, θα εύχεσαι να είχανε όλοι τα αρχίδια να στα πούν έτσι.
Πονάει να είσαι ειλικρινής. Και είναι ένας δρόμος γεμάτος μοναξιά. Γιατί στην πορεία χάνεις πολύ κόσμο από δίπλα σου που απλά δεν αντέχουν και δεν μπορούν να επεξεργαστούν το πόσο άνετα κι απλά ξεστομίζεις αλήθειες, γεγονότα, παρουσιάζεις καταστάσεις de facto. Πληγώνονται όταν συνειδητοποιούν ότι δεν είναι το κέντρο του κόσμου, όταν είναι αναλώσιμοι. Δεν είναι δα και το καλύτερο πράγμα να τρως χυλόπιτα, να σου λένε ότι δεν είσαι αρκετά καλός για αυτό που ψάχνουν, να σε απορρίπτουν με συνοπτικές. Ωστόσο, πονάει ακόμα περισσότερο να πρέπει να είσαι εσύ αυτός που θα σταθεί απέναντι στον άλλον και θα πρέπει να του πεις την αλήθεια. Είναι αβάσταχτο φορτίο, μεγάλη ευθύνη, γι'αυτό κι άλλωστε ο περισσότερος κόσμος δεν το τολμά. Βολεύονται στα μισόλογα, στις υπεκφυγές, στις αοριστίες, στα χλιαρά και τους συμβιβασμούς γιατί είναι μεγάλο ζόρι να πρέπει να αναλάβεις το ρόλο του κακού.
Δε μου αρέσει να χρυσώνω το χάπι κανενός. Έπαψα καιρό να το παίζω γατούλα για να προσεγγίσω κόσμο, να γίνω αρεστή και αποδεκτή. Ίσως να έχω φτάσει και στο άλλο άκρο, να τα παρουσιάζω ακόμα πιο χειρότερα απ'ότι είναι, αλλά μα το θεό, θέλω το βράδυ να κοιμάμαι ήρεμη. Πιο πολύ με αγχώνει να αφήνω περιθώρια παρεξηγήσεων και να χάνονται στη μετάφραση οι προθέσεις μου, να δημιουργούνται αλυσιδωτές αντιδράσεις επειδή δε μίλησα έγκαιρα κι ανοιχτά και να εμπλέκομαι σε φαρσοκωμωδίες επειδή είναι πιο εύκολο να στρουθοκαμηλίζω. Χίλιες φορές προτιμότερο να μου κόψουν την καλημέρα, να με βάλουν black list, να με διαγράψουν, παρά να έχουν απαιτήσεις από μένα που ούτε θα εκπληρώσω ούτε θα καταπιεστώ να σταθώ στο ύψος των δικών τους περιστάσεων. Αυτά είναι τα δεδομένα. Αν δε με αντέχετε, δεν είστε υποχρεωμένοι να με κάνετε παρέα. Το να τα λέω έξω από τα δόντια το κάνω από σεβασμό, όσο κι αν δεν το καταλαβαίνετε. Θα ήμουν σταρχιδίστρια κι ανήθικη αν δεν το έκανα. Άκομψα, μεν, τίμια δε. Φιλιά.

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Τουρίστ ντε μερντ

Μάλλον με "πάει" πολύ το θέμα του τουρισμού, δεν εξηγείται αλλιώς το πώς γράφω σχετικά σε τρίτη συνεχόμενη ανάρτηση. Που μα το θεό αυτή τη φορά είναι από αγανάκτηση. Ο λόγος; Αντιμετώπιση και συμπεριφορά Γαλλίδας τουρίστριας προς εμένα κατά τη διάρκεια ταξιδιού από το νησίιιιιιιιι προς Πειραιά. Που δηλαδή έτοιμη ήμουν να ξεχάσω τους τρόπους μου και την ανατροφή μου και να αρχίσω να της μιλάω τα γαλλικά του λιμανιού μπας και συνέλθει η τύπισα και ξαναποκτήσει επαφή με το περιβάλλον, γιατί ντε φάκτο ήταν σε ένα κόσμο διαφορετικό. Να 'φταιγε ο ήλιος που τη βάρεσε κατακούτελα, να 'φταιγαν οι πολλοί οι μπάφοι που κάπνισε στο νησί, να της έκατσε μουχλιασμένη φέτα στη χωριάτικη, δεν ξέρω τι, πάντως ένα χέρι βρωμόξυλο το χρειαζόταν ο μινιόν οργανισμός της για να έρθει στα ίσα της.
Ανεβαίνω η καλή σου στο πλοίο της επιστροφής έχοντας το αριθμημένο εισιτήριο, κατάκοπη και κατα-ιδρωμένη - γιατί ως γνήσια φώκια έτρεχα σαν την παλαβή με δουλειές μέχρι τελευταία στιγμή - θεωρώντας πως η θεσούλα μου θα ήταν εκεί και θα με περιμένει, φευ όμως το πλοίο απέπλευσε μακράν υπεράριθμο και γινόταν της κακομοίρας. Τουρίστες στοιβαγμένοι παντού, τσαρδάκια, καρέκλες του γύφτου και βρώμικες πατούσες όπου έφτανε το βλέμα σου. Φτάνω η δόλια στη θέση μου, έχοντας πατήσει επί πτωμάτων για να τη βρω φυσικά κατειλημμένη από μια 20χρονη Γαλλίδα. Ευγενικά της ζητάω να σηκωθεί για να μου παραχωρήσει τη θέση μου, αλλά δυστυχώς τα οξφορδιανά μου αγγλικά παραήταν τυπικά για την αφεντιά της, η οποία με αγνοεί και συνεχίζει να μιλάει στη διπλανή της.  Δυστυχώς για εκείνη μιλάω και τα λουικενζ γαλλικά, οπότε αυτή το φορά της το ζητάω στη μητρική της. Μου απαντάει: "και τι να κάνω;" Κοινώς είναι μεν η θέση σου, αλλά σε γράφω στα παπάκια μου γιατί είμαι τουρίστας και δεν καταλαβαίνω γιοκ.
Αρχίζουν να δυσανασχετούν και κάτι άλλοι επιβάτες που καταφτάνουν των οποίων οι θέσεις είναι πιασμένες από τις φίλες της εν λόγω κυρίας, κι αρχίζει μια άνευ προηγουμένου μανούρα από τους πιο ηλικιωμένους που έχουν χάσει την υπομονή τους. Εγώ μέχρι εκείνη την ώρα ακόμα ψύχραιμη. Της ζητάω ευγενικά το εισιτήριο να δούμε πού επιτέλους κάθεται εκείνη μπας και χάθηκε κάπου στο δρόμου ή τελοσπάντων δεν ξέρει να διαβάζει σωστά τους αριθμούς. Αφού για κάνα δεκάλεπτο έπαιζε την κολοκυθιά μαζί μας και σημειωτέον ούτε ΚΑΝ έχει κουνηθεί από το κάθισμα, μας δίνει το εισιτήριο της και διαπιστώνουμε πως ούτε αυτή ούτε και καμιά από τίς φίλες της κάθονταν στα συγκεκριμένα καθίσματα, αλλά είδανε φως, μπήκανε εκεί, βολεύτηκαν, είχαν ανοίξει τα back packs τους, είχανε απλώσει την πραμάτια και δεν είχανε καμιά διάθεση νε ξεβολευτούν. Τους ζητούμε να σηκωθούν και τους προτείνουμε να βρούμε λύσεις ούτως ώστε κάποιες από αυτές να κάτσουν δίπλα διπλα σε άλλες θέσεις, φτάνει να υπάρχουν πρόθυμοι άνθρωποι σαν κι εμένα που ήμουν μόνη μου, να μετακινηθώ σε άλλη εξασφαλισμένη θέση.  Ακλόνητη η Γαλλίδα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Εκεί να μας αγνοεί συστηματικά, να κάνει την κινέζα, να νομίζει ότι με το να μας βρίζει στη γλώσσα της ουδείς την καταλαβαίνει, κούνια που την κούναγε όμως γιατί οι περισσότεροι στην αίθουσα αποδείκτηκαν και γαλλομαθείς αλλά και ιδιαιτέρως εύθικτοι.
Χρειάστηκε, όπως αντιλαμβάνεστε, η επέμβαση του λοστρόμου για να μπει μια τάξη, γιατί αν συνεχιζόταν το βιολί, θα είχαμε του Συντάγματος στη γέφυρα του Bluestar. Ηρθε ο καψερός να τα βάλει με την τύπισα, αλλά όταν η γυναίκα είναι και επιμένει να είναι καριόλα, η κατάσταση είναι apaleftable. ΟΚ, φταίει ο πράκτορας κυρία μου ή το σύστημα κρατήσεων που δεν μπορείτε να κάθεστε δίπλα δίπλα με τις φίλες σας. Κάντε μας τη χάρη, πηγαίνετε στη θέση σας και αν υπάρχουν επιβάτες solo να δούμε αν μπορούμε να σας εξηπηρετήσουμε. Σκασίλα της. Θέλει να μη σηκωθεί από τη θέση (μου). Κυρία μου όμως παρεμποδίζετε τους άλλους επιβάτες. Στο νινί της. Κυρία μου ποια η θέση σας τουλάχιστον να στείλουμε το Εφουλίνι εκεί; Α, ξέχασα να σας πω, κάθονται εκεί οι άλλοι επιβάτες των οποίων τη θέση οικειοποιήθηκαν οι φιλενάδες της. Αμετακίνητο το παχύδερμο και να κάνει ότι δεν καταλαβαίνει και Αγγλικά. Ω ρε γλέντια, λέω μέσα μου, δεν καθόμουν άλλη μια μέρα στο νησί να δω και τα πανηγύρια, που είμαι εδώ πανάθεμα με να διαπληκτίζομαι με το επίπεδο δάπεδο;
Η 20χρονη νεαρά κατάφερε να κάνει ένα ολόκληρο κατάστρωμα πουτάνα, γιατί εντός ολίγου ανακατεύτηκαν περίεργοι, νταήδες, κατίνες, λογιστές, όλος ο κόσμος σε μια Βαβέλ άνευ προηγουμένου, μια φασαρία για το αυτονόητο που ήταν πολύ απλό. Να πάει ο καθένας να κάτσει στη θέση του και στα αυγά του και να φτάσουμε σώοι κι αβλαβείς στον προορισμό μας. Μία ώρα κράτησε η κατάσταση, με μένα να είμαι όρθια και φορτωμένη, με μια οικογένεια με παιδάκια που πραγματικά είχανε ανάγκη να κάθονται μαζί να είναι ο ένας στη δύση κι ο άλλος γονιός στην ανατολή, με κάτι παππούδες να έχουν ενοχληθεί από την οχλαγωγία, μόνο και μόνο επειδή η τουρίστρια από το κωλοχώρι στα Πυρηναία έπαθε overdose από το μανζέ, γκουρμέ, φρουϊ ζελέ αλλά ένα σ'ιλ βου πλε της έπεφτε βαρύ να το προφέρει. Με μισή καρδιά μον ντιε, ξεκουβάλησε μετά από πολύωρη σύσκεψη με τις υπόλοιπες σουφραζέτ, κι αφού μας κρέμασε κάτι μούτρα και μας έλουσε με τα ωραία της γαλλικά. Ε, λοιπόν, αντί να καθόμαστε με τις ώρες να τους υποδεχόμαστε στα λιμάνια και να σκιζόμαστε να τους εξυπηρετήσουμε, κάτι δαύτους πρέπει να τους στέλνουμε στους καταυλισμούς για τους λαθρομετανάστες. Στα τσακίδια και μπον βουαγιάζ, πουτέν ντε μερντ.

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Τουρίστ Μενιδιάτ



Τι έλεγα τις προάλλες για τις τουριστικές επιχειρήσεις και πώς μπορούν να βελτιωθούν και να προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες στους πελάτες τους; ΟΚ το παίρνω πίσω. Ή μάλλον το παίρνω πίσω με προϋποθέσεις. Γιατί αν οι πελάτες είναι γύφτοι και μπουρτζόβλαχοι καλά τους κάνουν τελικά και τους γδύνουν ή τους σερβίρουν κατεψυγμένες ξαναζεσταμένες μάπες. Εντάξει, χρόνια αναμασάμε το ανέκδοτο που κάθονται τέσσερις τουρίστες σε μια ταβέρνα και παίρνουν μια χωριάτικη στα τέσσερα και νερό, αλλά αν δεν είσαι φίλε μου διατεθειμένος να αφήσεις χρήμα στο νησί, κάνε τουμπεκί ψιλοκομμένο αν το δωμάτιο σου δεν έχει σίτες ή ζεστό νερό. Είπαμε, να προσφέρεις ένα επίπεδο, αλλά να μπορεί κι ο άλλος να το εκτιμάει, όχι να παραπονιέται συνέχεια για το κάθετι και να διεκδικεί να του πάρεις και πίπες, ενώ έχει έρθει με το TUI all inclusive έχοντας πληρώσει ψίχουλα. Δεν ξέρω, είμαι οπαδός του ότι πληρώνεις παίρνεις. Αν στο Costa δε μου παίρνανε πίπες για τα τετρακόσια κάτι που στοίχισε το δωμάτιο τη βραδυά, κι εγώ θα γινόμουν μέγας τραμπούκος και θα τα έσπαγα όλα. Αλλά το να κάνω κόγξες στην κυριούλα που μου νοικιάζει δωμάτιο και στην οποία έκανα τα άπειρα παζάρια να μου το αφήσει 25ευρώ, εντάξει αγγίζει τα όρια της γυφτιάς. Κάτσε σπίτι σου μετά θα σου πει και δικαίως.
Δε θα μιλήσω για τον εγχώριο τουρισμό, που όσο να΄ναι έχουμε λιγάκι συναίσθηση και αυτογνωσία κι αντιλαμβανόμαστε που μας παίρνει να διεκδικούμε καλύτερες παροχές και πού όχι, καθώς καθείς κινείται αναλόγως του βαλαντίου του. Αλλά για αυτό τον κλασσικό μπατιροτουρίστα που έρχεται με πενταροδεκάρες, ξυνίζει τα μούτρα του για το κάθε τι, διεκδικεί εκπτώσεις για τα πάντα, κάνει διαρκώς παράπονα στη ρεσεψιόν, καλεί την αστυνομία, γράφει κατεβάτα από δυσφημιστικά σχόλια στα reviews, που μόνο ξέρει να απαιτεί, αλλά έχει ξεχάσει πως στα Γκράβαρα της χώρας του απ'όπου προέρχεται κάνουν τα ίδια και χειρότερα. Βέβαια, θα μου πεις δεν είναι δικαιολογία πως επειδή έχεις πελάτη τον χειρότερο, πρέπει κι εσύ να είσαι ο χείριστος, αλλά όσο να΄ναι σου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι όταν ακούς παράλογες απαιτήσεις, λες και τα είχε και στο χωριό του και τα ζητάει. Αν είναι διατεθειμένος να τα πληρώσει, καλώς να ζητάει. Αλλιώς ας πάει αλλού αν νομίζει πως μπορεί να βρει καλύτερα.
Κι εντάξει είπαμε, κρίση στην Ελλάδα, οι επιχειρηματίες κάνουν προσφορές, κατεβάζουν τιμές, φτιάχνουν πακέτα, δίνουν το κάτι παραπάνω για να προσελκύσουν κόσμο, αλλά όχι να έρχεται και ο κάθε Ουγκ να μας γαμήσει επειδή μας βρήκε στην ανάγκη. Και κυρίως δε δέχομαι να έρχονται με τουπέ και ύφος χιλίων καρδιναλίων κάτι βλαχάκια από τα Τάρταρα της Βορείου Ευρώπης ή κάτι αγράμματοι από το ανατολικό μπλοκ που κάνουν εμπόριο ναρκωτικών κι έχουν χεστεί στο τάληρο, να θέλουν να μας ρουφήξουν το αίμα, ποιοί αυτού που κάποτε δεν είχανε να βάλουνε δεύτερο βρακί. Για να συνέλθουμε λιγάκι, όλοι. Να διεκδικούμε το δίκιο μας, να απαιτούμε να μας προσφέρεται αυτό το οποίο έχουμε πληρώσει (ή και χρυσο - πληρώσει), να αξιώνουμε σεβασμό και τιμιότητα, αλλά να έχουμε και μια στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα. Τόσα έδωσες, τόσα θα πάρεις. Απλά και κατανοητά.
Και δε θα αναφερθώ καν στο είδος του τουρίστα που απαντάται σε περιοχές όπως το Φαληράκι, η Χερσόνησος ή η Ζάκυνθος, που πάει με πακέτα all inclusive, και μετά βγαίνει λιάρδα στους δρόμους κι αρχίζει τις αθλιότητες και τους εξευτελισμούς, βανδαλίζοντας περιουσίες και προσβάλλοντας τη δημόσια αιδώ. Έχουμε ανάγκη το χρήμα τους, έχουμε ανάγκη τις επενδύσεις τους, δεν έχουμε όμως πρεμούρα για να μας καταστρέφουν τα μαγαζιά, να μας βρίζουν και να μας διασύρουν. Εντάξει, κατανοώ πως δεν μπορύμε να απευθυνόμαστε μόνο στους κυριλέ συνταξιούχους Αμερικάνους που συντηρούν προορισμούς όπως τη Σαντορίνη και τη Μύκονο, αλλά ενδεχομένως να μπορούμε με κάποιον τρόπο να αποφύγουμε να ξεβρακωνόμαστε για χάρη μερικών μπεκρήδων χούλιγκαν. Όταν εμείς ρε γαμώτο πάμε στις χώρες τους μας αστυνομεύουν για τα πάντα και υπάρχουν νόρμες και κανονισμοί τις οποίες εμείς οι Έλληνες πάνω στην κωλοπιλάλα μας να χαρακτηριστούμε "Ευρωπαίοι" τους ακολουθούμε κατά γράμμα και είμαστε υπόδειγμα επισκέπτη. Αυτοί γιατί όταν έρχονται εδώ δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να έχουν το απυρόβλητο; Είναι μήπως αγανακτησμένοι και οι μπατιροτουρίστ;