Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Μαζώ ή να μη ζώ



Πριν κάνα μήνα πήγα να ακούσω Μαζωνάκη στο Βοτανικό. Εντάξει, κάπου πρέπει να κάνω κι ένα διάλειμμα από τον πολύ Αντωνάκη (βέβαια, εδώ που τα λέμε δεν πήγα και τόσες πολλές φορές φέτος, μόνο 6, αλλά κάνω κράτει για τον καλοκαιρινό γύρο στο Θάλασσα). Είχα ακούσει λοιπόν διάφορα για το show Τα ίσια Ανάποδα, φίλοι που είχαν πάει από τις αρχές της σεζόν μου είχαν πει τα καλύτερα. Η αλήθεια είναι πως ο Μαζώ είναι περίεργη φάση καλλιτέχνη, ή τον μισείς εντελώς ή καρα-γουστάρεις, δε νομίζω πως έχει κοινό που απλά τον ανέχεται για μια βραδυά στα μπουζούκια. Δηλαδή, έχω ακούσει σχόλια πως είναι εντελώς άφωνος, πως η κόκα του έχει κάψει και το τελευταίο εγκεφαλικό κύτταρο, πως είναι μεγάλο σούργελο κλπ. Δε θα προσπαθήσω να πείσω κανέναν για την ποιότητα της χροιάς του, είπαμε πολλάκις ότι τα μουσικά γούστα είναι ποικίλα και ειδικά η φώκια είναι παντός καιρού και ρεπερτορίου. Προσωπικά, τον ακούω από τα πρώτα του βήματα, ακόμα θυμάμαι την πρώτη του συνέντευξη στον Πρωινό καφέ της Κορομηλά (oh yes) και σαν κοριτσάκι είχα αγοράσει τουλάχιστον 5 cd του. Αν αυτό δε με κάνει οπαδό, τότε δεν ξέρω τι. Τεσπά, το bottomline είναι φέτος στο συγκεκριμένο μαγαζί μου είχανε πει ότι γενικά έπαιζε καλή φάση και σε συνδυασμό με το ξέκωλο την Πάολα (από φωνή κορμάρα) ο κόσμος διασκέδαζε.
Οπότε, όταν δέχτηκα πρόσκληση από μια γνωστή να πάω με την παρέα της (ενώ δε γνώριζα κανέναν από τους υπόλοιπους συνδαιτημόνες) την αποδέχτηκα με σχετική ευκολία. Η αλήθεια είναι πως έπεσε κι ένα κίνητρο: η κοπελιά με ενημέρωσε πως λόγω κάποιας γνωριμίας στο μαγαζί, το αντίτιμο θα ήταν 130 ευρώ το μπουκάλι. Επειδή τυχαίνει να βγαίνω πολύ τακτικά και σε μεγάλες πίστες αλλά και σε πιο παρακμιακά μπουζούκια (call me embati, call me frangelico) απόρησα με το ποσό, αλλά δεν έδωσα σημασία, σκέφτηκα πως ακόμα καλύτερα θα πιούμε περισσότερα μπουκάλια. Φευ... μικρή κι ανόητη φωκίτσα. Όταν έφτασα στο μαγαζί, η κοπελιά με ενημέρωσε πως δυστυχώς το ποσό των 130ευρώ ανά μπουκάλι αντιστοιχεί σε κατανάλωση σε τραπέζια του εξώστη (τα λεγόμενα "φοιτητικά") και ήθελε τη συγκατάθεση μου να πάμε σε τραπέζι στον κάτω χώρο, πληρώνοντας φυσικά το νορμάλ ποσό των 180ευρώ. Μα εννοείται καλή μου, στον εξώστη δεν κάθομαι ούτε για να δω την Τραβιάτα, τι λέμε τώρα. Αλλάξαμε όροφο και τραπεζάκι σε χρόνο dt, έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις και περιμέναμε να αρχίσει το πρόγραμμα.
Κάποια στιγμή, η κοπέλα μου εκμυστηρεύεται πως στα prive του μαγαζιού κάθονται γνωστοί της και πως αν θέλουμε (δεδομένου ότι είμασταν μόνο 5) μπορούσαμε να πάμε να καθήσουμε μαζί τους, μιας κι οι άλλοι είχανε κράτηση για 12, αλλά δεν είχαν μαζευτεί τα άτομα. Γίνεται να φέρεις αντίρρηση σε κάτι τέτοιο; Δε γίνεται. Να είσαι μέσα στο ring και να έχεις το Γιωργάκη να σου τραγουδάει στο αυτί σου; Σωστή η κοπελιά μας ενημερώνει ότι οι τιμές στα prive τραπέζια αφορούσαν κατανάλωση μόνο premium φιάλης, οπότε ψιλοξεχνάμε τα 180 και φτάνουμε αισίως στα 220 ή ανάλογα τέλοσπαντων το ποτό. Καμία αντίρρηση κι εκεί, άλλωστε στους ήδη 7 που κάθονταν εκεί οι 4 ήταν γυναίκες άρα σκεφτήκαμε πως σιγά το πολύ που θα πιούνε. Οπότε, στρογγυλοκαθήσαμε στους δερμάτινους καναπέδες, παραγγείλαμε τις grey goose κι αράξαμε. Γίνανε εκ νέου συστάσεις και με δέος (χαχαχα) μου επιστήσανε την προσοχή πως στο τραπέζι μας παραβρίσκονταν 3 celebrities . Ούτε που τους ήξερα. Δυο ήταν πρώην παίκτες reality και μια ήταν η αδερφή γνωστού μόδιστρου/ fashionista/solarium addict. Τους γύρισα την πλάτη με το καλησπέρα, γέμισα το ποτήρι μου και έθεσα το αιφόνι σε ετοιμότητα για να απαθανατίσω τις στιγμές απείρου κάλλους που ήμουν σίγουρη πως θα εκτυλλίσονταν.
Η βραδυά ήταν απ' όλες τις απόψεις ενδιαφέρουσα. Ο Μαζώ έδωσε ρέστα, η φουστοβερμούδα για την οποία είχε γίνει τόσος ντόρος δε μου φάνηκε καθόλου σοκαριστική, το μουστάκι του ήταν well trimmed και δε θύμιζε Σφακιανό, η Πάολα ήταν συγκλονιστικά γυμνασμένη κι απαστραύτουσα και τα αγόρια λουλουδάδες ανύπαρκτα. Δεν ξέρω, αλλά ελέω κρίσης, τους είχανε καταργήσει, όλες κι όλες δυο λουλουδούδες μπήκανε στο ring και μάλλον η παρουσία τους ήταν περιττή, καθώς το μοναδικό τραπέζι που πετούσε γαρύφαλλα ήταν το "δικό μας". Εντάξει, να είμαστε και λίγο σοβαροί, ποιος νοήμων πλέον διαθέτει κερατιάτικα λεφτά για να εκσφενδονίζει πανέρια; Μόνο η ηλιοκαμένη φασιονίστα/μοδίστρα. Το κέφι πάντως ήταν αμείωτο, το fan club του αοιδού είχε αναρτήσει τεράστια πανό "χωρίς μαζώ, εγώ δε ζω" και λυσσάγανε (τα μυαλά στα κάγκελα), τα πούρα στους διπλανούς καναπέδες φουντώνανε ασύστολα, οι celebs ξεσκίστηκαν να σουρώνουν τα χείλη τους σαν τους ροφούς στις φωτό και τελικά για πότε τέσσερις πήγε, μου'παν πάλι φύγε ούτε που το κατάλαβα.
Το κλου της βραδυάς όμως ήρθε μαζί με τη λυπητερή. Oh yes... Η φιλενάδα έβγαλε το παγγάρι κι άρχισε να μαζεύει τα ψιλά, μόνο που το ταμείον βρέθηκε απειλητικά να είναι μείον. Κάποιοι τσαμπαζήδες την έκαναν με ελαφρά όσο εμείς οι υπόλοιποι  μερακλώναμε με το Μαζώ και μαντέψτε ποιο ήταν αυτοί: οι "φίρμες" των reality. Προφανώς θεώρησαν πως τα ποτά τους και η διασκέδαση τους εκείνο το βράδυ ήταν ευγενική χορηγία της φωκίτσας και των λοιπών αθώων που δεν πήραμε γραμμή ότι το upgrade από τα τραπέζια της πλέμπας στα prive δεν ήταν καθόλου κίνηση ανιδιοτέλειας. Κάτι λοιπόν με τους μαλάκες που έφυγαν χωρίς να αφήσουν λεφτά, κάτι με το ότι το παρακάναμε στα μπουκάλια, κάτι με το ότι η τιμή φιάλης άγγιζε τα 250... καταλήξαμε 5 κορόϊδα στο τέλος να πληρώσουμε ο καθένας μας για άλλους 2. Σχεδόν να μην έχουμε λεφτά για τον παρκαδόρο, για τέτοια ξεφτίλα μιλάμε. Από εκεί που με καλέσανε για ένα ποτό των 25ευρώ (λέμε τώρα), πληρώσαμε σχεδόν από ένα μπουκάλι το άτομο και να πεις ότι ήπια για ένα ολόκληρο μπουκάλι, να έλεγα χαλάλι. Αλμυρούτσικος μας βγήκε ο botanique και όταν μετά από μια βδομάδα άλλη παρέα μου πρότεινε να πάμε πάλι στο Μαζωνάκη (στην τελευταία παράσταση) ευγενικά αρνήθηκα, ο 'Άγιος Βασίλης έρχεται μια φορά το χρόνο κι εμείς πρέπει κάπως να ζήσουμε. Φιλιά.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

It's only rock & roll...


Είναι αστείο πως όλη την προηγούμενη εβδομάδα φίλοι και γνωστοί μου έστειλαν e-mail ή αναρτούσαν σε twitter και fb κείμενα διαφόρων "δημοσιογράφων-κοσμικογράφων" αναφορικά με το τέλος εποχής για το θρυλικό "rock". Το αστείο έγκειται στο ότι οι περισσότεροι από αυτούς ούτε που είχαν πατήσει το πόδι τους μέσα στο μαγαζί ή τελοσπάντων είχανε πάει μια φορά όλη κι όλη στη ζωή τους και μάλλον καμιά άκυρη μέρα που η "πόρτα" θα ήταν ιδιαίτερα ελαστική ή ίσως κάποια στιγμή από το φετινό Γενάρη και μετά, που πραγματικά μόνο παρακαλετός ή αν σε πληρώνανε πήγαινες. Δηλαδή βγήκε ο κάθε κατακαημένος να "κλάψει" για τις ωραίες αναμνήσεις που προσέφερε το rock'n'roll στα 25 περίπου χρόνια λειτουργίας του. Και βλέπω και βιντεάκι στο youtube με τα τελευταία λεπτά, όπου κάτι ατομάκια έχουν ανέβει στο μπαρ και αγκαλιαστά χορεύουν και κάτι άγνωστες παντελώς φάτσες να στριγγλίζουν με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό και να αποθεώνουν τον dj. Sorry, αλλά είμαι η μόνη που δε διέκρινα ούτε έναν γνωστό θαμώνα σ'αυτό το video; Είμαι η μόνη της οποίας ο κύκλος ούτε καν πάτησε το πόδι του το τελευταίο σαββατοκύριακο γιατί απλούστατα απαξίωσαν την ντέκα και την κατάντια;
Και δεν αναφέρομαι στην κατάντια του μαγαζιού και των υπευθύνων, γιατί αυτοί οι ίδιοι (οι περισσότεροι από τους θεμελιώδεις συντελεστές τουλάχιστον) είχαν καιρό τώρα απομακρυνθεί, είτε για προσωπικούς λόγους (οικονομικές διαφωνίες κλπ) είτε γιατί είχαν αρχίσει να καταπιάνονται με πιο μεγαλεπίβολα projects και η πάλαι ποτέ αίγλη είχε εξατμιστεί. Αναφέρομαι στη γενικότερη κατάντια της νυχτερινής ζωής του Κολωνακίου, που κάτι με τις πορείες και τα επεισόδια στο Κέντρο, κάτι με την ανυπαρξία πάρκιγκ, κάτι με τις τιμές των ποτών να εκτοξεύονται σε παράλογα ύψη, ο κόσμος είχε οδηγηθεί σε πιο local καταστάσεις, προτιμώντας να βγαίνει σε μέρη κοντινά στο σπίτι του, όπως Γλυφάδα, Πειραιά, Κηφισιά ή το Ψυχικό. Τουλάχιστον εκεί δε ρίσκαρες να σου πάρουν πινακίδες επειδή πάρκαρες αμάξι στην Πατριάρχου ή να πέσεις σε κάνα μπλοκ αλκοτέστ γυρνώντας λιάρδα. Ο κόσμος είχε βρει εναλλακτικές κι αυτό νομίζω φάνηκε πολύ έντονα από την αρχή της σεζόν. Κι όλα αυτά περί αύξησης του ενοικίου κλπ τα βρίσκω δικαιολογίες. Το μαγαζί απλά δε μάζευε τον κόσμο που μάζευε στις καλές του εποχές, τότε που οι ουρές σχηματίζονταν στην πόρτα κι ο Παναγιώτης έριχνε τις πίττες ζεστές ζεστές.
Οι περισσότεροι φίλοι μου απλά είχανε πλέον επιλέξει να πίνουν αλλού το "τίμιο" ποτάκι τους ή τέλοσπαντων περνούσαν μόνο για ένα λεπτό να δούνε "τι παίζει" μέσα, ενώ ξέρανε πολύ καλά πως όλοι οι wannabies, όλοι οι "πάλαι ποτέ θαμώνες" ήταν πλέον σε κάποιο από τα μαγαζιά στο εμπορικό κέντρο Λαιμού. Να πω πως ακολούθησα ευλαβικά κι εγώ αυτή την τάση θα ήταν λιγάκι παραπλανητικό, γιατί προσωπικά πέρα από τη "μόδα" είχα κι άλλους λόγους που είχα σταματήσει να δίνω το παρών στο rock. Ήδη από πέρσυ είχα κουραστεί να βλέπω γύρω μου μόνο παιδικές φάτσες και να αισθάνομαι πως στα 33 μου ήμουν η πιο μεγάλη εκεί μέσα. Είχε καταντήσει παιδική χαρά, μιας και η ευκολία να μπει κανείς στο μαγαζί είχε ανοίξει την πόρτα του Παραδείσου για ηλικίες και κοινωνικές ομάδες που υπό άλλες συνθήκες δε θα φτάνανε ούτε μέχρι την είσοδο. Κι αν σε όλα αυτά προσθέσεις και το ότι είχα χάσει το τελευταίο διάστημα την απόλυτη συνένοχο μου στις κρεπάλες, απλά it was not fun anymore.
Μια γνωστή (προφανώς πικραμένη από τις "πόρτες" που θα΄χε φάει κατά καιρούς) σχολίασε ότι σιγά το πράμα και σιγά την αναστάτωση για το "κλείσιμο"΄, αφού ούτε η μουσική που παιζόταν εκεί μέσα δεν της άρεσε γιατί δεν ήταν αμιγώς ροκ, αλλά της θύμιζε μουσική του kissfm και ούτε ο κόσμος που έβλεπε της έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, καθότι όλοι της φαίνονταν "καμμένοι" και "δήθεν". Όπως λέω συνήθως, όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια. Εγώ μέσα σε αυτό το μαγαζί έζησα επικές στιγμές: ήπια, χόρεψα, τραγούδησα, μέθυσα, φλέρταρα, γείωσα, ερωτεύτηκα, μάλωσα, έκλαψα, χώρισα (όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά). Εκεί μέσα γνώρισα τον άνδρα της ζωής μου, εκεί μέσα βίωσα το απόλυτο girl power με τις πολυαγαπημένες μου φιλενάδες/αδερφές. Για αυτά και μόνο (και για τίποτα άλλο, για κανένα φασιονβικτισμό, καμία δηθενιά και κανέναν ελιτισμό) αγαπώ το Rock. Τα τραγούδια που ακούσαμε εκεί μέσα (κάθε μέρα, κάθε dj και το ξεχωριστό τους πρόγραμμα) μου δημιουργούν πάντα ρίγη και όπου κι αν τα ακούσω θα είναι πάντα άρρηκτα συνδεμένα με αυτό τόν χώρο. Από τους Bon Jovi της Πέμπτης μέχρι τη Μαρινέλα της Κυριακής και τις μεϊνστριμιές των απογευματινών πάρτυ τα Σάββατα...
Θέλω να θυμάμαι αυτό το μαγαζί σαν ένα αγαπημένο κομμάτι της ζωής μου και δεν ήθελα να ζω τον ξεπεσμό των τελευταίων μηνών. Θα θυμάμαι τις φάτσες και τα τυπάκια πάνω στους δερμάτινους καναπέδες, θα θυμάμαι τους πυροσβεστήρες, τις σφυρίχτρες, τα υποβρύχια με martini, την πίτσα με τη ρόκα, τα χριστουγεννιάτικα στολίδια στον πολυέλαιο, την ευγενική κυρία στις τουαλέτες που με ρωτούσε κάθε φορά αν είμαι καλά (αν το έχω), τους κοιλιακούς του Μάνου, το Σάββα να με στριμώχνει στην κουζίνα, την Άρια να λικνίζεται στη μπάρα, το στριμωξίδι και το πατείς με πατώσε και το Θανάση το σερβιτόρο να σπρώχνει ακόμα χειρότερα απ'όλους, τα αποκριάτικα πάρτυ, τις μουφοκρατήσεις για να σε βάλει μέσα ο πορτιέρης παραβλέποντας τους κακομοίρηδες που ξεροστάλιαζαν, το Λουκά να δίνει ρεσιτάλ στις φιγούρες του Micheal Jackson, τους συνήθεις υπόπτους να κάθονται πάντα στις αγαπημένες τους θέσεις κατά μήκος του μπάρ. Κι εγώ εκεί μ'ενα χαμηλό ποτήρι ουίσκυ με πάγο, με δωδεκάποντα στιλέτο (που κάθε φορά μετάνιωνα όταν έπρεπε να περπατήσω μέχρι το αμάξι), τη διάθεση τύπου durecell, με μάτια να έχουν γίνει κουμπότρυπες από τον καπνό και λίγο ζαλισμένη από τα ξύδια, να μην κουνάω ρούπι αν δεν άναβαν τα φώτα κι άνοιγε διάπλατα η πόρτα και την κολλητή να μου λέει ... "κοπελιάααααααα... πάει και σήμερα, άντε να μαζευτούμε". Για μένα λοιπόν, this is and always will be ROCK'N'ROLL. Φιλιά.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

"Φίλοι" προς αποφυγή


Προσφάτως απέκτησα έναν virtual stalker. Ναι, φαίνεται πως στις μέρες μας κάθε self-esteemed υπέρ-κοινωνικό κορίτσι οφείλει στον εαυτό του να έχει έναν τουλάχιστον παθιασμένο follower. Μόνο που στην περίπτωση μου, πιστεύω πως πρόλαβα το κακό στα σπάργανα κι αντιμετώπισα την κατάσταση με πυγμή κι αξιοπρέπεια κι έδωσα στον επίμονο θαυμαστή να καταλάβει πως δεν τον παίρνει να συνεχίσει με τα ακατάπαυστα e-mail, μηνύματα στο skype, την ανάρτηση τραγουδιών με ιδιαίτερα υπονοούμενα στο wall μου στο facebook και τις διαρκείς εκκλήσεις του για συνάντηση face to face. Όλοι οι φίλοι που αμέσως αντελήφθησαν αυτή την περίεργη υπερ-κινητικότητα με συμβούλεψαν να κάνω τον τύπο delete και καπάκι block από όλα τα social media στα οποία είχε επιβάλει την παρουσία του και να ησυχάσω μια και καλή.  Επειδή, όμως, αυτό μου φάνηκε κάπως άνανδρο και θρασύδειλο, μιας και κατά μία έννοια η κατάσταση είχε ξεφύγει του ελέγχου υπό τη δική μου ανοχή (είχα απαντήσει σε ένα δυο μηνύματα του, με τη συνήθη παιδική αφέλεια που με διακρίνει, σαν να επρόκειτο για ακόμα ένα φίλο κοινών γνωστών στον οποίο όφειλα μια στοιχειώδη ευγένεια) θεώρησα τίμιο να του εξηγήσω ότι με είχε ενοχλήσει η συμπεριφορά του κι ότι πολύ απλά θα του αφαιρούσα το δικαίωμα να με ξαναπλησιάσει διαδικτυακά. Η κίνηση μου αυτή φαίνεται (τουλάχιστον προς το παρόν) πως απέφερε καρπούς κι ο μετανιωμένος stalker απέστειλε ένα μήνυμα συγνώμης, έσβησε όλα του τα posts από το φατσοτοίχο μου, υποσχέθηκε πως δε θα ξανακάνει κάτι που να με φέρει σε δύσκολη θέση και μ'ευχαρίστησε που ντόμπρα (χαχαχα κάπου εδώ ο μικρός θα έλεγε "παντελονάτα") του ξεκαθάρισα την άποψη μου.
Με αφορμή, λοιπόν, αυτό το περιστατικό, είχαμε σήμερα στην παρέα (απαρτούμενη από γυναίκες και άνδρες) την κουβέντα για τις διαδικτυακές "φιλίες" και για τους κινδύνους που ελοχεύουν αυτά τα "ανοίγματα". Γιατί, εντάξει  δεν  υπάρχει κάτι περίεργο στο να θέλει κάποιος να διευρύνει τον κοινωνικό του κύκλο και να θέλει να αυξήσει τς γνωριμίες του, καλώς η κακώς το internet έχει δώσει σε όλους αυτό το προνόμιο, το θέμα είναι το φαινόμενο να μην πάρει προεκτάσεις ψυχοπάθειας κι εμμονής. Σίγουρα όλοι έχουμε γνωρίσει άτομα μέσα από κάποιο site κοινωνικής δικτύωσης, ίσως και να έχουμε προχωρίσει και σε real time επαφές μαζί τους, το θέμα είναι να υπάρχουν κάποιες νόρμες που να διέπουν αυτές τις περαιτέρω κοινωνικές περιπτύξεις. Δε θα μπορούσα εδώ να αρχίσω να κυρήττω υπέρ της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, της ανωνυμίας και του keeping a low profile, καθώς εγώ είμαι από τη φύση μου ένα πολύ loud κι εξωστρεφές άτομο, αλλά υπάρχουν πάντα και κάποια όρια. Κι είναι πολύ σημαντικό, όλοι οι νεο-αποκτηθέντες "φίλοι" μας να σέβονται αυτά τα όρια και να τηρούν τις αποστάσεις. Κι αν από δική μας υπαιτιότητα (δίνοντας, δηλαδή, δικαιώματα και το λεγόμενο πράσινο φως) οι διαχωριστικές γραμμές καταργούνται και ξεπερνάνε τα όρια, να τους επαναφέρουμε στην τάξη με αξιοπρέπεια και ειλικρίνεια.
Σημεία των καιρών το facebook,  τα chat rooms, to twitter κοι οι λοιπές πλατυφόρμες ηλεκτρονικής καβλάντας, όμως μέσα στον ωκεανό των άπειρων φαινομενικά άκακων χρηστών κολυμπάνε και "καρχαρίες" και λοιπά θηριώδη θηλαστικά που είναι έτοιμα να φάνε τα αμέριμνα μικρά ψαράκια. Και κρυμμένοι πίσω από τα avatars (κι εσχάτως τα fake accounts και fake profiles) παραμονεύουν αρπακτικά, αρρωστημένοι παιδόφιλοι, μαλάκες και καριόλες που ζουν για να σου κάνουν το βίο αβίωτο, να σε καταδικάσουν σε διαρκή φόβο, αγωνία κι ανασφάλεια. Το bottomline είναι, πως ποτέ δεν ξέρεις ποιον έχεις απέναντι σου σε μια καινούρια διαδικτυακή φιλία, αν είναι αυτός που διατείνεται πως είναι, αν οι προθέσεις του είναι αγνές και αν δεν κουβαλάει εμμονές ή άλλα σοβαρά κουσούρια. Προσωπικά, έστω και σε αυτό το πολύ μικρό βαθμό που το έζησα, το πάθημα μου έγινε μάθημα και εφεξής θα φιλτράρω ακόμα πιο διεξοδικά τα "αιτήματα φιλίας". Θεωρούσα πως είχα αυστηρά κριτήρια, πλέον θα βάλω τον πήχυ ακόμα πιο ψηλά. Φιλιά.

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Περί ενός διαζυγίου



Έχοντας πιάσει το θέμα "γάμος" τώρα τελευταία κι έχοντας αναλύσει μερικές από τις πλευρές του, στις διαστάσεις που αφορούν εμένα προσωπικά, θα'θελα να κάνω αναφορά ενός περιστατικού κάποιου οικείου μου προσώπου, το οποίο βρέθηκε πρόσφατα (και βρίσκεται δηλαδή ακόμα) στη δυσάρεστη φάση του διαζυγίου. Φίλη, λοιπόν, καλή βρέθηκε τη χωρίζει ο άνδρας της με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς να αφήνει το παραμικρό περιθώριο για λύση του προβλήματος ή επανασύνδεση. Εν μία νυκτί την "άδειασε" κυριολεκτικά, απαρίθμησε εκεί μερικές παπαριές ως δικαιολογίες για το τέλος του γάμου τους, πήρε τα μπογαλάκια του, μετακόμισε από το σπίτι, παραιτήθηκε από τη δουλειά του (όπου εργάζονταν κι οι δυο), ακύρωσε το κινητό του, ζήτησε από την τράπεζα άρση της υποθήκης για το σπίτι που είχαν αγοράσει από κοινού με δάνειο, έκανε αίτηση διαζυγίου κι εξαφανίστηκε. Κι όλα μέσα σε ένα μήνα.
Περιττό να πω, πως η φιλενάδα ούτε που είχε πάρει μυρωδιά, ούτε πρόλαβε να αντιδράσει. Όλες της οι προσπάθεις εκλογίκευσης, όλες οι απόπειρες επανένωσης, τα κλάματα, τα παρακάλια, οι υστερίες πέσανε στο κενό. Αμετάκλητος ο λεγάμενος, άφαντος εντελώς και "ο συνδρομητής που καλέσατε είναι απενεργοποιημένος". Μέσω δικηγόρων και πληρεξουσιών η οποιαδήποτε περαιτέρω επικοινωνία, ακόμα και για τα βασικά διαδικαστικά. Ακόμα κι οι συγγενείς δήλωναν μια αληθοφανή άγνοια, καλά καλά δεν μπορούσαν να χωνέψουν το πόσο ξαφνικά είχαν όλα εκτυλιχθεί. Αδιανόητο για μια σχέση οκτώ χρόνων από τα οποία τα τέσσερα παντρεμένοι. Και κλασσικά, όπως γίνεται πάντα με τους "ηττημένους", η φιλενάδα να κατηγορεί τον εαυτό της, να αναζητάει μάταια κάποια λογική εξήγηση, να φθείρεται ψυχολογικά και να φτάνει στο όριο της κατάρρευσης.
Επειδή εγώ έχω βρεθεί σε αντίστοιχη θέση, πριν από πολλά χρόνια, το κουδουνάκι-συναγερμός μου χτύπησε αμέσως και συμβούλεψα τη φιλενάδα πως σίγουρα είναι εμπλεκόμενη άλλη γυναίκα. Δεν εξηγείται αλλιώς, ο άλλος να σβήνει μέσα σε μια νύχτα μια ολόκληρη ζωή και να αλλάζει κεφάλαιο εν ριπή οφθαλμού. Δεν άργησα να επιβεβαιωθώ, άλλωστε ουδέν κρυπτόν υπό το φως του ηλίου. Ο παπάρας ώντας περιοδεύων πωλητής εις το επάγγελμα, είχε πολλά ταξίδια εκτός έδρας και ως εκ τούτου, έλλειπε συνέχεια από το σπίτι του. Σε κάποιο από αυτά προφανώς ξεμυαλίστηκε, ξενοπήδηξε και ποιος ξέρει τι άλλο, σε βαθμό που κρίθηκε αναγκαίο να χωρίσει άμεσα κι επιτακτικά. Η φιλενάδα δεν το έμαθε ούτε από την οικογένεια, ούτε από τους συναδέλφους του, ούτε από τους κολλητούς του, που έτσι κι αλλιώς ήταν αναμενόμενο να είναι δεσμευμένοι από το "απόρρητο". Το έμαθε από το μεγαλύτερο ρουφιάνο της εποχής μας, το facebook. Κι επειδή ο θεός αγαπάει τον κλέφτη, αγαπάει και το νοικοκύρη, ενώ ο τύπος δε διατηρούσε ποτέ λογαριασμό στο φατσοβιβλίο (μην τυχόν και πιαστεί μαλάκας) η καινούρια του "κατάκτηση" πανηγυρικά ανακοίνωνε τον μεταξύ τους αρραβώνα κι αναρτούσε φωτογραφίες με τρυφερά ενσταντανέ σε διακοπές και γιορτές.
Περιττό να αναφερθεί πως η φιλενάδα έχει εξαγριωθεί, έχει απογοητευθεί, έχει απελπιστεί. Με την απάτη, την κοροϊδία, την ανανδρία. Κι ενώ μέχρι χθες θεωρούσε πως το μόνο που απέμενε  για να πέσουν οι τίτλοι του τέλους στην κωμωδία ήταν η υπογραφή της στο κωλόχαρτο του διαζυγίου, τώρα υπό το πρίσμα των αποκαλύψεων έχει μουλαρώσει και θέλει να εκδικηθεί. "Δε θα του το δώσω αμαχητί, που να χτυπιέται", μου είπε. Και δηλώνει έτοιμη να εμπλακεί σε ένα κυκεώνα προστριβών, καθυστερήσεων (όσο της το επιτρέπει ο νόμος) και ενδεχομένως καυγάδων, προκειμένου να αποδείξει στον παλιομαλάκα πως δεν είναι ηλίθια. Και διερωτώμαι εγώ, τι θα κερδίσει με αυτή την τακτική; Να την πει καριόλα ο άλλος, να μουλαρώσει, να δημιουργηθεί ένα εντελώς αρνητικό κλίμα και μια άσχημη αύρα, να τους πεισμώσει αμφότερους και να βρει απέναντι της ένα κοινό μέτωπο, γιατί αργά ή γρήγορα θα συστρατευθούν υπέρ του φίλοι και συγγενείς. Αυτά που θα χάσει είναι περισσότερα, θα χάσει την αξιοπρέπεια της, θα χάσει την ηρεμία της, θα χάσει ένα κομμάτι του εαυτού της. Κι όλα αυτά μόνο και μόνο για να του αποδείξει τι; ότι δε θα τα βρει τόσο εύκολα, όσο του ήρθανε μέχρι τώρα;
Δεν ξέρω, αν και άτομο από τη φύση μου πολύ εκρηκτικό, δεν πιστεύω στην εκδίκηση. Εκτός του ότι το βρίσκω τρομερά κατινίστικο και γυναικουλίστικο, το θες να πληρώσεις κάποιον με το ίδιο νόμισμα μου βγάζει κάτι σε αδυναμία χαρακτήρα. Σέβομαι ότι η φιλενάδα βράζει μέσα της, σέβομαι κι αναγνωρίζω την αδικία εις βάρος της, αλλά είμαι υπέρμαχος της άποψης πως όταν η ζωή σε κερνάει λεμόνια, εσύ να φτιάχνεις μαργαρίτες και ντάκιουρι με αυτά. Κοινώς, υπέγραψε κι όπου φύγει φύγει. Κοίτα να φτιάξεις τη ζωή σου, να εκμεταλλευτείς ποικιλοτρόπως τον ελεύθερο χρόνο που έχεις πλέον, να περιποιηθείς και να κανακέψεις την αφεντιά σου, να ταξιδέψεις, να γιορτάσεις, να διασκεδάσεις, να επιμορφωθείς, να ξεκουραστείς. Κι άσε το μαλάκα να κουρεύεται και να ταλαιπωρείται από μόνος του. Γιατί κάποια στιγμή θα το βρεί από αλλού (ακούστηκε μοιρολατρικό αυτό, πιστεύω, όμως, ακράδαντα στη Θεία Δίκη, κι έρχεται για όλους μας το πλήρωμα του χρόνου). Και στην τελική, αν το θέμα της είναι να δείξει πως δεν είναι κορόϊδο, στα μάτια και στην καρδιά όλως όσων την αγαπάμε, το δίκιο ήταν και θα είναι με το μέρος της, δε χρειάζεται να μας αποδείξει το παραμικρό. Φιλιά

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Περί γάμου



Στη ζωή κάθε γυναίκας δύο στιγμές καταγράφονται ως οι πιο έντονες αναμνήσεις: η μέρα που θα της κάνει πρόταση γάμου ο σύντροφος της και η γέννηση του πρώτου τους παιδιού. Εντάξει, σαφέστατα κι άλλες εμπειρίες γίνονται θέμα συζήτησης (κι ατέρμονης ανάλυσης) αλλά αυτά τα δυό περιστατικά νομίζω αποτυπώνονται στη μνήμη σου ανεξίτηλα (όταν σου συμβούν). Δεν έχω ζήσει το δεύτερο (και ίσως να μην προλάβω να το ζήσω) αλλά αναφορικά με το πρώτο, παραδέχομαι πως έχω υπάρξει παραλήπτης κάνα δυο προτάσεων αποκατάστασης. Να έχω να λέω δηλαδή στα απομημονεύματα μου, το ζήσαμε ΚΑΙ αυτό. Το τραγικό στην περίπωση μου είναι πως κανείς από τους επίδοξους μνηστήρες δεν ήταν ο The One, οπότε αυτόματα έκανα delete στα συμβάντα και προχωρούσα. Δεν ξέρω αν ήταν θέμα κακού timing, ασυμβίβαστης χημείας ή απλά εγώ ήμουν αγύριστο κεφάλι και κακομαθημένη και δύστροπη, αλλά δεν πήρα ούτε μία πρόταση στα σοβαρά, δεν έδωσα σε κανέναν το περιθώριο να επεκταθεί και σε δημόσιες εκδηλώσεις με γονάτισμα και προσφορά μονόπετρου. Απλά δεν μπορώ να διανοηθώ πώς είναι δυνατόν να σκέφτεται καν κάποιος το ενδεχόμενο να παντρευτεί με κάτι λιγότερο από το απόλυτο πακέτο.
Το τι καθιστά το "πακέτο" για τον καθένα μας, το γνωρίζει μόνο  ο ίδιος. Δε θα μακρυγορήσω απαριθμώντας ένα προς ένα τα σημεία, το έχω πει κι άλλη φορά, το περιβόητο check list στάνταρ ισχύει αλλά είναι και flexible, προσαρμόζεται ανάλογα τις περιστάσεις και τη χρονική περίοδο. Επ' ουδενί όμως δε επιδέχεται εκπτώσεις και πασαλείματα.  Όπως έγραφα και τις προάλλες, βλέπω το γάμο σαν κάτι ιερό. Δεν είναι μόδα, δεν είναι υποχρέωση, δεν έχει λόγο ύπαρξης χωρίς αίσθημα, χωρίς αφοσίωση, χωρίς ικανοποίηση. Το να έχεις ανασφάλειες, να νιώθεις μοναξιά, να αισθάνεσαι το βιολογικό σου ρολόϊ να χτυπάει, να έχεις ανάγκη χορηγίας και διασφάλισης, να είσαι αποκομμένος από τους φίλους που κυκλοφορούν σε δυάδες, να έχεις άγχη μη μείνεις το ράφι, δεν καθιστούν επαρκή κίνητρα για να διαβείς ισόβια έναν παράλληλο δρόμο με κάποιον άνθρωπο. Κι αν οι μαμάδες μας φωνάζουν ότι ο έρωτας δεν έχει και τόσο σημασία σε μια συμβίωση (γιατί μετά από κάνα δυο χρόνια εξατμίζεται) κι ότι σημασία έχει η κατανόηση κι οι κοινές αντιλήψεις για τη διαχείρηση του οικογενειακού προϋπολογισμού, τη διαπαιδαγώγιση των παιδιών και άντε και κοινές γραμμές διασκέδασης, αντιπαρέρχομαι πως όλα αυτά μπορείς να τα έχεις και με την κολλητή σου που λέει ο λόγος, δεν την παντρεύεσαι όμως.
Και φτάνω στο επίμαχο θέμα: όταν βιώνεις σκηνικό από την ταινία "ο γάμος του καλύτερου μου φίλου", όταν ένας άνθρωπος με τον οποίο έχεις μοιραστεί παιδικές τρέλλες, φοιτητικά χρόνια, διακοπές, πάρτυ, μεθύσια, ξεφαντώματα, ο άνθρωπος που μετά τις κολλητές είναι ο πιο κοντινός σου άνθρωπος αλλά που ποτέ δεν τον έχεις δει ερωτικά, γιατί στο κάτω κάτω της γραφής τον θεωρούσες αδερφό σου, τόσα χρόνια έχετε εκμυστηρευθεί ο ένας στον άλλον τα γκομενικά σας, έχετε συμβουλέψει, έχετε βρίσει, έχετε κλάψει τους ώμους του άλλου, όταν λοιπόν αυτός ο σημαντικός άνθρωπος μια μέρα γυρίσει και σου ανακοινώσει πως από την πρώτη μέρα που σε γνώρισε ήξερε μέσα του πως you are the one and you're definitely meant for each other, τότε τι παίζει; Μήπως τότε αρχίζεις να επεξεργάζεσαι μέσα στο ισχνό μυαλουδάκι σου το ενδεχόμενο όλα αυτά περί έρωτα, πακέτου, πάθους και οι αθεράπευτα ρομαντικές παπαρολογίες με τις οποίες έχεις χτίσει γύρω σου ένα παραμυθένιο κόσμο από ροζ συννεφάκια να είναι ένα illusion; Μια αυταπάτη που έτρεφες επί 33 χρόνια, είτε επειδή ήσουν πολύ χαζή, είτε πολύ καμμένη (όπως έλεγε ο φίτσουλας) είτε πολύ εγωίστρια;
Για μια απειροελάχιστη στιγμή το παραδέχομαι πως κλονίστηκα. Όχι τόσο από την αποκάλυψη και την έκπληξη που βίωσα στην ανακοίνωση της έμμεσης πρότασης γάμου, όσο τον ηλεκτρισμό που με διαπέρασε για δευτερόλεπτα, που έθεσε σε λειτουργία το συναγερμό μου, που άρχισαν όλα τα καμπανάκια να βαράνε ανελέητα μέσα στον εγκέφαλο και την αίσθηση πως μια φωτεινή επιγραφή άναψε πάνω από το κεφάλι μου, ένας γκεσταπικός προβολέας με τύφλωσε κι όλα τα φλας της δημοσιότητας στράφηκαν πάνω μου, βλέμματα επίμονα και καθηλωτικά, σαν να έπρεπε να δώσω την απάντηση στην ερώτηση του ενός εκατομμυρίου και να κερδίσω το jackpot. Ευτυχώς, στο κλάσμα του δευτερόλεπτου που ανοιγόκλεισαν τα μάτια μου, το σύστημα επανήλθε και το μόνο που έκανα ήταν να ακούω αποχαυνωμένη τα υπέρ του νέου project που μου παρουσιαζόταν. Αισθάνθηκα κολακευμένη, αισθάνθηκα μια ευτυχία, μια ικανοποίηση, μια ιδιαίτερη ζεστασιά που απέναντι μου στεκόταν ένας άνθρωπος τόσο δικός μου και που δε μου έταζε λαγούς και πετραχείλια, δε με φλόμωνε στις μαλακίες που (κι αν) έχω ακούσει κατά καιρούς, ούτε μου υποσχόταν όρκους αιώνιας πίστης. Δεν υπήρχε κάτι ψεύτικο, καμιά φανφάρα,  τίποτα μεμπτό. Ήταν όλα λογικά, όλα προβεβλημένα με τα σωστά επιχειρήματα, το γιατί, το πώς, το πότε, το πού, όλα ήταν οργανωμένα και άψογα μελετημένα. "It only makes sense, you and me".
Κι, όμως, ο άνθρωπος τελικά είναι αχόρταγο ον, ακόμα κι όταν του πρσφέρουν τα πάντα στο πιάτο, πάλι θα έχει να ζητήσει κάτι παραπάνω:  what about passion, what about chemistry, what about simply longing for each other? Δηλαδή, ο γάμος είναι ένα business proposal? Δύο συνέταιροι, πιστοί φίλοι, με αλληλοκατανόηση κι αλληλοσεβασμό, με τα ίδια θέλω, με τα ίδια κίνητρα, με ίδιο "κεφάλαιο" που συνάπτουν ένα ισόβιο επαγγελματικό συμβόλαιο, από το οποίο απορρέουν κοινές υποχρώσεις αλλά που θα αποφέρει σ' αμφότερους τεράστια ωφέλη;... Όσες φίλες μου ερωτήθηκαν σχετικά μου είπανε πως ναι, αν το υπεραναλύσεις τελικά αυτό είναι ο (σωστός) γάμος. Όλα τα άλλα είναι παρελκόμενα και δεν είναι απαραίτητο να παραγγέλνεις το ουίσκυ κομπλέ. Δεν ξέρω, ειλικρινά δεν ξέρω... Εξακολουθώ να έχω την πεποίθηση πως το βασικό συστατικό είναι να είσαι ερωτευμένος, κάργα κι αλάργα. Κι επειδή, το ενδεχόμενο να βρεθώ κάποια στιγμή δυστυχισμένη και να έχω ανάγκη από κηπουρούς, υδραυλικούς, συναδέλφους και λοιπούς καλοθελητές να με βγάλουν από τη μιζέρια ενός γάμου χωρίς ουσία με τρομάζει, στην ερώτηση του Εκατομμυριούχου λέω να μην πάρω τη βοήθεια του κοινού και πολύ απλά να πω "σταματάω εδώ". Φιλιά.

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Άλλαξ' ο κολλιές...

Θεωρώ ότι στη πολυτάραχη ζωή μου τα έχω δει όλα, ή τελοσπάντων έχω δει κι έχω αντιμετωπίσει πολλά ευτράπελα, ειδικά αναφορικά με τις ανθρώπινες συμπεριφορές το "όλα" ίσως να είναι και understatement. Πάραυτα, υπάρχουν φορές που βγαίνω από τα ρούχα μου, μένω παγωτό, πέφτω από την καρέκλα μου κλπ κλπ γιατί απλούστατα αυτό που μαθαίνω δεν είναι σοκαριστικό ως γεγονός, αλλά με σοκάρει το άτομο το οποίο εμπλέκεται. Πρόσφατα, λοιπόν, έμαθα για τις εξωσυζυγικές περιπτύξεις μιας γνωστής. Και κρέμασα. Σιγά τα ωά, Εφάκι. ΌΛΟΙ ξενοπηδάνε. Μην το κάνεις θέμα, όλοι γύρω μας είναι κερατάδες. Ναι ρε πούστη μου, κουμάντο στο κρεββάτι δεν κάνω κανενός και στην τελική, ας ξεκωλιάζονται νυχθημερόν. Αλλά, όταν είσαι υπεράνω υποψίας, γιατί πραγματικά είσαι impeccable σε όλα τα άλλα, όταν είσαι η εικόνα και ομοίωση της Stepford wife, και ξαφνικά αποδεικνύεται πως δεν είσαι τίποτα άλλο από Desperate Housewife, βουτηγμένη μέσα στην πλεκτάνη, τα σκατά και την ακολασία, ε ναι... κυρά μου, κλονίζομαι.
Δεν ξέρω πραγματικά τι κάνει τους ανθρώπους τόσο δυστυχισμένους ή τόσο ανασφαλείς, που παίρνουν αποφάσεις τόσο ελαφρά τη καρδία, αλλά να παντρεύεσαι, να κάνεις παιδιά και μέσα σε τρία χρόνια να έχεις καβατζώσει και εραστή και να τους δουλεύεις όλους ψιλό γαζί μου κάνει κάτι σε απελπισία. Πιθανόν, η θύτης να αισθάνεται πολύ έξυπνη και υπεράνω ημών των υπολοίπων κοινών θνητών, που ακόμα (ναι είμαστε πολύ λίγοι, το αναγνωρίζω) πιστεύουμε σε ιδανικά και εξυμνούμε την πίστη και την αφοσίωση. Αλλά, κάθε πράξη έχει και την υπαιτιότητα της (κλεμένο από ατάκα της Persephone στο Matrix που έβλεπα χθες) και προφανώς κάτι δεν πάει καλά στην εξίσωση του γάμου της ή της ζωής της γενικότερα, που την ωθεί να συμπεριφέρεται έτσι. Και όχι, δεν ηθικολογώ εδώ. Ίσα ίσα, είμαι πρωτεργάτης του κινήματος του no strings attached και όλοι οι ελεύθεροι μπορούν να πηδοβολάνε αβέρτα κουβέρτα. (Γαμηθείτε γιατί χανόμαστε). Αλλά, εσύ κυρά μου που έχεις άντρα και παιδιά στο σπίτι, να κάτσεις στα αυγά σου ή να κάτσεις στον άνδρα σου να το ευχαριστηθείτε κι οι δυό σας. Τι γελοιότητες είναι να κοροϊδεύεις σύζυγο, γονείς και φίλους ότι τάχα μου είσαι η mrs perfect, αλλά στην τελική είσαι πιο βρωμιάρα κι από τη σκουπιδιάρα;
Και πάω το ερώτημα ακόμα πιο μακριά, γιατί στον κόρακα πάνε και παντρεύονται, άμα είναι μετά από λίγο να τα ισοπεδώνουν όλα; Και το απευθύνω σε άνδρες - γυναίκες, δε δίνω ελαφρυντικά σε κανέναν, όπως κάνανε παλιότερα οι γιαγιάδες μας που κουνούσαν το κεφάλι και συνομωτικά λέγανε..."ε, ο άντρας πρέπει να είναι και μπερμπάντης". Τι στον κόρακα σκέφτονται όταν λένε αυτό το γαμημένο το "I do";  I'll do you now, I'll do him later? Αυτό το παραθυράκι του διαζυγίου με το οποίο ξεκινάνε κάτι ντεμί γλας γάμοι, ή το option να πιάσεις γκόμενο όταν πολυζορίσει το θέμα, είναι κάτι που ξεκίνησε στα 80'ς σαν καινοτομία  και πλέον τείνει να γίνει πανάκεια. Κι αφού θες μωρή να πηδιέσαι, το παιδί μπορείς να μου εξηγήσεις τι πας και το κάνεις; Τι φταίει το κακόμοιρο, είναι η μελλοντική εξασφάλιση σου μήπως η οικονομική; Αφού λοιπόν δεν είσαι για να κρατήσεις ένα σπίτι, τι πας και το ανοίγεις εξαρχής; Καλά δεν ήσουν ελεύθερη, με όποιον θες απόψε, με άλλον αύριο, ούτε να δίνεις λογαριασμό, ούτε να λες ψέμματα, ούτε να παρκάρεις τα παιδιά στους παπούδες για να κάνεις μετά ανενόχλητη τη dolce vita. Γιατί στην τελική αυτό ήταν το θέμα σου: να κάνεις τη μεγάλη ζωή, να τα έχεις όλα, και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο.
Εγώ αυτό το βρίσκω νοσηρό. Με αηδιάζει η σαπίλα, με αηδιάζει η κοροιδία, με αηδιάζει το θράσος. Στο μυαλό μου, ο όρος οικογένεια είναι κάτι πολύ ιερό. Η διαδικασία του να κάνω παιδιά είναι ισότιμη με την ολοκλήρωση της σχέσης μου με το σύντροφο μου, όχι η ικανοποίηση προσωπικών αναγκών και εγωισμού. Αν τώρα από την πίεση του κοινωνικού περίγυρου, από τη μοναξιά, από δεν ξέρω κι εγώ τι κόμπλεξ η κάθε κατακαημένη βρίσκει τον πρώτο διαθέσιμο λαπά, τον παντρεύεται, κάνουν μια προσποιητά grande ζωή, αμολάνε και ένα δυο κουτσούβελα για να διαιωνιστεί το όνομα και να χαρούν (και να το βουλώσουν) τα πεθερικά και μετά καβατζώνει τον κηπουρό, το παιδί της πισίνας, τον κουμπάρο ή στο συνάδελφο στο γραφείο και του πετάει τα μάτια έξω όσο ο λαπάς δουλεύει, sorry αλλά δε θα πάρω. Προτιμώ να έχω μόνιμα το δεύτερο σκέλος της εξίσωσης χωρίς καμιά υποχρέωση πάνω από το κεφάλι μου και τη συνείδηση μου ήσυχη. Φιλιά.

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

ΠΣΚ@LDN


Λονδίνο, may I call you home? Γιατί όχι, άλλωστε, όταν πέρασα μια πενταετία εκεί ως φοιτήτρια και εφόσον επιστρέφω ανελλιπώς κάθε χρόνο από το 2000 έστω και για ένα quickie ΠΣΚ. Ίσως μετά τη Νέα Υόρκη να είναι χαλαρά η μόνη πόλη στο εξωτερικό όπου θα έμενα για πάντα. Κι ας λένε για τη μουντίλα, για τη βροχή, για τους κρυόκωλους Άγγλους, για τη διαφορετική νοοτροπία. Θεωρώ πως αν έχεις ζήσει στην αγγλική πρωτεύουσα έστω και για λίγο, βρίσκεις άπειρα επιχειρήματα να απορρίψεις αυτές τις κολλημένες αντιλήψεις. Δηλαδή, είναι δυνατόν να μην αναγνωρίζεις πως (αφήνοντας τον καιρό στην άκρη) απλά η σύγκριση με το χωριό που λέγεται Αθήνα είναι τουλάχιστον απαξιωτική. Από τη μια έχεις ένα από τα πιο busy hubs του κόσμου, κέντρο οικονομικό, πολιτισμικό, άψογη οργάνωση σε θέματα δημόσιας ζωής, ένα σταυροδρόμι κόσμων, ανθρώπων, lifestyle, μια πόλη με άπειρες ευκαιρίες για εργασία, πνευματική διέγερση, διασκέδαση, διεύρυνση οριζόντων. Κι από την άλλη, έχεις την Αθήνα μας, που ναι είναι η γεννέτειρα μας, την αγαπάμε, θέλουμε το καλύτερο για αυτή, αλλά όπως και να το κάνουμε, υστερεί σε πολλά πράγματα, όση ζωντάνια κι αν περικλείει, όσες προσπάθειες κι αν έχουν γίνει τις τελευταίες δεκαετίες να είναι μέσα στο "παιχνίδι" παρέα με τις άλλες μεγαλουπόλεις, δυστυχώς δεν παύει να φέρει βαριά την κληρονομιά του ελλαδιστάν.
Τέλοσπάντων, σήμερα δεν είμαι με διάθεση να διαβάλω την πόλη που ζω και με ζει, ίσα ίσα όπου και να βρεθώ θα διατυμπανίζω πως ζούμε στην ομορφότερη χώρα του κόσμου, αλλά κάθε ωραία "γυναίκα" έχει και τα ψεγάδια της. Και καλώς η κακώς η πόλη μας έχει κάμποσα από δάυτα. Ούτε φυσικά διατείνομαι πως μιζεριάζω στην Αθήνα, ίσα ίσα αν βρείς τα σωστά κουμπιά, κινείς και τα σωστά νήματα. Αλλά δεν μπορώ να μην εκφράσω την απόλυτη λαχτάρα να είχα ένα δεύτερο σπίτι στο Λονδίνο και ιδανικά να μοίραζα το χρόνο μου ανάμεσα στο "εδώ" και στο "εκεί". Αν είχα την οικονομική δυνατότητα, μα το θεό θα αγόραζα ένα μικρό διαμέρισμα, ακόμα και στην πιο υποβαθμισμένη περιοχή, στην αντίστοιχη Κυψέλη του Λονδίνου, στο Μενίδι τους, οπουδήποτε. Ούτως ή άλλως, εκεί οι αποστάσεις είναι εκμηδενισμένες ένεκα του άρτια δομημένου συγκοινωνιακού συστήματος.
Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε ανέβηκα με εκλεκτή παρέα πάνω για ένα mini-reunion among dear old friends. Τουλάχιστον, έτσι ήταν αρχικά scheduled, στην πορεία η ομάδα εμπλουτίστηκε (και με πολύ ωραίες παρουσίες θα προσθέσω) και κάπου βάλαμε σφήνα κι ο καθένας μας συναντήσεις με τοπικούς "παράγοντες", οπότε δεν ήθελε πολύ για να αρχίσουμε τo γνωστό overdose σε βόλτες, φαγητά, ποτά, γέλιο και μυθικές πόζες για φωτογράφιση. Σημειωτέον, πως παραμονή του ταξιδίου και δη Τσικνοπέμπτη η φωκίτσα είχε κρεββατωθεί με υψηλό πυρετό, δεδομένου όμως του ότι το ταξίδι δε θα το έχανα επ'ουδενί, κούμπωσα τα άπειρα χάπια, απέφυγα με βαριά καρδιά το τσίκνισμα και σύρθηκα Παρασκευή μέχρι το Ελ Βεν, για να πετάξω 4 ώρες με μπουκωμένη μύτη, φωνή να μη βγαίνει και τα μηλίγγια έτοιμα να εκραγούν από τον πονοκέφαλο. Αποτέλεσμα, κατά την άφιξη στο Λονδίνο το μόνο που είχα δύναμη να κάνω ήταν check in  στο δωμάτιο, ζεστό μπάνιο και χουχούλιασμα, ενώ οι υπόλοιποι επιδόθηκαν σε dim sum tasting καταστάσεις.
Το Σάββατο ξύπνησα άλλος άνθρωπος, το οικείο feeling του "είμαι στα μέρη μου", έκανε το θαύμα του κι απηλλαγμένη ως δια μαγείας από βήχες και μύξες, του έδωσα και κατάλαβε. Από το πρωί στο πόδι, indulging myself με απίστευτες καταστάσεις: πλούσιο brunch σε γαλλικό bistrot, συνοδεία κάμποσων kir royal , βόλτες σε αγαπημένες γειτονιές όπως η carnaby street και το soho, cupcakes (ναι το ξέρω, νέα εμμονή) στο hip hummingbird bakery, cheese and wine session στο covent garden υπό τους ήχους πλανόδιου κουαρτέτου εγχόρδων, happy hour και καφές με θέα το hyde park και το ηλιοβασίλεμα από τον 28ο όροφο του hilton, dinner σε asian fusion εστιατόριο (παραγγέλνοντας λατρεμένο green curry) και bar hopping για να κλείσει η βραδυά.
Η Κυριακή κύλησε κάπως ανάλογα, με τη μόνη διαφορά πως η παρέα χωρίστηκε γιατί ο καθένας μας είχε και τις προσωπικές του εμμονές/αγαπημένες συνήθειες που έπρεπε να ακολουθήσει, είτε αυτό λεγόταν shop till you drop (όχι, δεν ήμουν εγώ αυτή), είτε περπάτημα μέχρις τελικής πτώσεως από mayfair μέχρι earls court (είναι απλά άξιον απορίας γιατί στην Αθήνα τέτοιες αποστάσεις ούτε για πλάκα δε θα καταδεχόμασταν να τις καλύψουμε πεζή). Ο καιρός δε μας πολυέκανε το χατήρι, να είμαι ειλικρινής, αυτό το trademark φτύσιμο το φάγαμε στη μάπα για αρκετή ώρα, αλλά δε βαριέσαι, δεν είμαστε κι από ζάχαρη, ούτε έριχνε και κάνα κατακλυσμό. Πάντως, με τη δανεική ομπρέλα από τον concierge μια χαρά κάναμε τη δουλειά μας. Το bottomline είναι πως μέσα σε δυο μέρες κάναμε τα πάντα, καταφέραμε να συνδυάσουμε φαγητά, ποτά, sightseeing, μαγαζιά, παζάρια, ρομαντζάδες... όλα σε ένα νοικοκυρεμένα.
Αν και για το τελευταίο, το "νοικοκυρεμένα" επιφυλάσσομαι, γιατί λίγο έλειψε να μας αρχίσουν στις ανάποδες οι bouncers σε ένα sex shop που μπήκαμε να ρίξουμε το κλασσικό γέλιο του επαρχιώτη κομπλεξικού ελληνάρα (λέμε τώρα), καθώς μία κοπέλα από την παρέα τραβούσε συνέχεια φωτογραφίες τους χρωματιστούς φλούο δονητές, κάτι που προφανώς είναι against the law και την αναγκάσανε να τις σβήσει επιτόπου και να δείξουν στους υπόλοιπους από μας με τρόπο το δρόμο προς την έξοδο. Πώς ίδρωσε το αυτί μας... ουυυυυ τόσο που πήγαμε σε έτερο μέρος που απαγορεύονται οι φωτογραφίες (call me Abercrombie&Fitch) κι αρχίσαμε τα ίδια παρατράγουδα. Κάναμε τους κινέζους και τα it's all greek to me, κι arriverderci. Σιγά μην πτοηθούμε. Και στην τελική, γι'αυτό αγαπώ το Λονδίνο, έχει ανοχές και περιθώρια για όλες τις συμπεριφορές, όσο extravagant κι αν είναι (ή προσπαθεί να γίνει) κανείς, αλλά ταυτόχρονα τείθονται και όρια τα οποία όλοι σέβονται, κανόνες που επιβάλλονται, νόμοι που εφαρμόζονται. Αυτή ακριβώς η ισορροπία είναι το μόνο συστατικό που λείπει από την ελληνική συνταγή, αλλιώς κι η Αθήνα έχει το potential να kick asses. Αλλά επειδή δεν πλησιάζει καν, το πολυ-πολιτισμικό Λονδινάκι κερδίζει πόντους! Ι ♥ LONDON!