Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

A wedding less than ordinary

Μετά το Πάσχα έχω πάθει overdose από προσκλήσεις και attendance σε γάμους. Αυτός ο θρησκευτικός περιορισμός την τύχη μου μέσα που καθόλη την Πεντηκοστή δεν μπορεί ο κοσμάκης να παντρευτεί και σπεύδουν μετά ο ένας μετά τον άλλον σαν τις μύγες και γίνεται πανικός κάθε ΠΣΚ του Μαϊου, Ιουνίου και Ιουλίου... έλεος. Και όλα τα δώρα μαζεμένα (και ειδικά στους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε, δεν είναι και για πολλές ανοιχτοχεριές) και όλα τα σαββατοκύριακα καβατζωμένα λόγω των υποχρεώσεων και αγωνία ποιο φόρεμα και ποια παπούτσια θα βάλεις κάθε φορά μην τυχόν και σκάσεις μούρη με τα ίδια και σε πούνε και τσίπισα. Άσε το άλλο που κάποιοι γάμοι είναι κι εκτός Αθηνών, οπότε συνυπολογίζονται διαδρομές, βενζίνες, διόδια, ξενοδοχεία. Πολύ κούραση ρε παιδί μου. Και μπαίνει και το καλοκαιράκι και θέλουμε όσο να'ναι να αρχίσουμε τις εκδρομούλες στο νησίιιιιι. Πφφφφφ...
Δυο περιπτώσεις γάμων πάντως μέχρι στιγμής με καθηλώσανε για τη διαφορετικότητα τους και την ανεπιτήδευτη πρωτοτυπία τους. Και όχι, δεν αναφέρομαι σε φάσεις τύπου παντρεύομαι μέρα μεσημέρι στη Μύκονο, γιατί αυτό κυρά μου έχει καταντήσει τόσο mainstream όσο και τα έτοιμα κοκτέηλ σε μπουκάλια. Ούτε αυτό με το ξυπόλυτοι στην παραλία, όλοι με μαγιώ και βερμούδες κλπ, γιατί τη σήμερον η κάθε καρακαλτάκα έχει πρόσβαση στην παραλία του Αγιου Κοσμά για να κάνει το δήθεν χαλαρό γαμήλιο beach party, με γάζες και τούλια στα beach beds και ψευτολαουτζιές. Εμετός. Όχι, λοιπόν, δεν αναφέρομαι σε κάτι τέτοιο. Άλλωστε αυτά τα settings μόνο κάτι νεόπλουτους εντυπωσιάζουν, τη δεκαετία του 90 το must ήταν η δεξίωση στο golf της Γλυφάδα, στο millenium ήρθε η μόδα με τα κτήματα και εσχάτως παίζει το νησί/παραλία/προαύλιο εκκλησίας τύπου mama mia. Κι έχει χαθεί η όλη ουσία, που αν δεν κάνω λάθος αρχικά ήταν να γιορτάσεις τη χαρά με λίγους φίλους στους οποίους θες να επιβεβαιώσεις και να γνωστοποιήσεις την αγάπη σου προς το σύντροφο σου με τον οποίο αποφάσισες να μοιραστείς το υπόλοιπο της διαδρομής που λέγεται ζωή. ΌΧΙ να τους κάνεις φιγούρα, όχι να τους ταίσεις, όχι να βγάλεις όλες σου τις υποχρεώσεις, όχι να ξεπαραδιαστείς, όχι να σου βγει από τη μύτη κάτι που απλά θα έπρεπε να είναι μόνο ένα απειροελάχιστο κομμάτι από το συνολικό πακέτο που λέγεται γάμος. Ξεκολλάτε, ζώα, γάμος δεν είναι το πάρτυ, γάμος είναι το πριν και το μετά.
Ο πρώτος γάμος στον οποίο χάρηκα αφάνταστα που συμμετείχα ήταν αυτός της yogi μου, η οποία παντρεύτηκε τον καλό της στο δημαρχείο, κάλεσε λίγους και καλούς μέσω e-mail  (με μια καλαίσθητη πρόσκληση την οποία φιλοτέχνησε η ίδια, ως γραφίστρια) και στη συνέχεια μας κέρασε φαγητό σε ένα cosy μεζεδοπωλείο στο Παλαιό Φάληρο. Απλά, τίμια, ζεστά και χωρίς φανφάρες. Με τους φίλους του γαμπρού να έχουν μετατρέψει το όλο γεγονός σε μια φοιτητική πλάκα, σαν κι αυτές από τα χρόνια που σπούδαζαν στην Ιταλία, υπό τη μουσική επένδυση ενός μπουζουκιού και μιας κιθάρας, που έπαιζαν non stop από την ώρα που μπήκανε στο δημαρχείο μέχρι την ώρα που έφυγε κι ο τελευταίος καλεσμένος από το εστιατόριο. Με τη νύφη να κάνει την πιο σουρεάλ εμφάνιση που έχω δει ποτέ σε παρόμοια περίσταση, αλλά που στην τελική ήταν το προσωπικό στυλ της και στην καθημερινότητα, δε φόρεσε δηλαδή μια στολή τούρτας και μια μάσκα από στόκο που φοράνε συνήθως οι νύφες. Με ένα κράμα προσωπικοτήτων και κουλτουρών ανάμεσα στους λιγοστούς καλεσμένους. Με μια απλοϊκότητα σε όλα τα στάδια: μπομπονιέρες που έφτιαξε η ίδια, ρύζια και ροδοπέταλα στο industrial προαύλιο του δημαρχείου, ανυπαρξία επαγγελματία φωτογράφου/κάμεραμαν (ο καθένας τράβηξε τα δικά του ντοκουμέντα και την επομένη του γάμου τους αποστείλαμε αντίγραφα ώστε να συνθέσουν το δικό τους άλμπουμ), παρείστικη δεκάλεπτη πεζοπορία όλων των καλεσμένων μέχρι το εστιατόριο, μπύρες, κρασί χύμα και ρακόμελα, χωριάτικη σαλάτα, πατάτες τηγανητές και ποικιλία κρεατικών - τα φαγητά που θα έτρωγαν αν έβγαιναν έξω με τους κολλητούς τους μια κυριακή μεσημέρι. Και χορός, πολύ χορός, με τραγούδια που ακούς σε ρεμπετάδικα, με τραγούδια που γρατζουνάνε οι κιθάρες γύρω από τη φωτιά στην παραλία, όχι το σικέ playlist του κάθε πικραμένου που την έχει δει dj. Ειλικρινά, και να προσπαθούσαν δε θα μπορούσαν να έχουν πιο λιτό και πιο αληθινό γαμήλιο πάρτυ.
Ο άλλος γάμος που με συγκίνησε για τη διαφορετικότητα του ήταν by far πιο loud, πιο μπούγιο, πιο υπερπαραγωγή. Ήταν ο γάμος μιας συμφοιτήτριας από την Αγγλία, η οποία κατάγεται και μένει στη Λάρισα. Ο γάμος έγινε στο χωριό της και τηρήθηκαν όλα τα έθιμα του παραδοσιακού βλάχικου γάμου και όχι δεν τον έβγαλα τον χαρακτηρισμό αυτό εγώ από το μυαλό μου, η ίδια η νύφη μας είχε ήδη προειδοποιήσει για τα "δρώμενα".  Που δεν ήταν άλλα από δεκαμελή μπάντα πνευστών και κρουστών να παίζουν ασταμάτητα παραδοσιακά ακούσματα της περιοχής (καραγκούνες), το σόϊ να έχει μαζευτεί στο πατρικό της από το πρωί, οι σούβλες και τα κεράσματα να δίνουν και να παίρνουν από νωρίς το μεσημέρι, οι ανηψιές και οι ξαδέρφες να τρέχουν (πάνω σε δωδεκάποντα στιλέτο) σαν παλαβές να κεράσουν κρασιά, τσίπουρα και χιονούλες τους καλεσμένους που άρχισαν να συρρέουν τουλάχιστον 2 ώρες πριν το γάμο, τους γηραιότερους να έχουν στρογγυλοκαθήσει στα τραπέζια που είχανε στηθεί στον κήπο του αμειγώς χωριάτικου σπιτιού, τα 5 παρανυφάκια να τρέχουν σα ζουζούνια δεξιά κι αριστερά και να κάνουν σκανταλιές, τις θείες και τους θείους να χορεύουν ακούραστα τσάμικο και συρτό και τη νύφη στο επάνω σπίτι να δέχεται τις ευχές και τα δώρα των καλεσμένων. Μισή ώρα πριν αναχωρήσει για την εκκλησία, έφτασε η αποστολή του γαμπρού με το βλάμη να φέρνει μαζί του τα νυφικά παπούτσια και να εκτελείται το έθιμο του ασημώματος προκειμένου να "χωρέσει" το πόδι της νύφης. Μόλις επιτεύχθηκε το perfect fit, ξεκίνησε σύσσωμη η πομπή των 500και καλεσμένων, με μπροστάρηδες τη μπάντα με τα χάλκινα, πίσω τη νύφη και την οικογένεια της και πιο πίσω οι υπόλοιποι, δέκα λεπτά περπάτημα μέχρι την εκκλησία του χωριού, όπου μας περίμεναν οι άλλοι 500 καλεσμένοι από τη μεριά του γαμπρού. Η λαοθάλασσα δε χωρούσε καν στο προαύλιο, πόσο μάλλον μέσα στο ναό. Κι επειδή δεν μπόρεσα να τρυπώσω μέσα, κάθησα σε ένα πεζούλι μαζί με την υπόλοιπη παρέα συμφοιτητών και κάναμε χάζι τα ντάτσουν και τα ντιζελομερσεντικά, θυμόμασταν περιστατικά από τις ένδοξες εποχές του πανεπιστημίου και γελούσαμε με τα ντυσίματα και τις κομμώσεις που παρήλαυναν.
Το πανηγύρι (με την κυριολεκτική έννοια και χωρίς καμία απολύτως διάθεση ειρωνείας) ξεκίνησε μεσημέρι και ολοκληρώθηκε αργά το βράδυ στο κέντρο διασκέδασης που το ζευγάρι είχε επιλέξει για τη δεξίωση. Εκεί, όντως δε διέκρινα κάτι διαφορετικό από το στήσιμο και τις διαδικασίες που ακολουθούνται συνήθως (Ντέμης Ρούσος, θεαματική είσοδος ζευγαριού, κοπή τούρτας, άνοιγμα σαμπάνιας, πρώτος χορός ζευγαριού) αλλά αυτό που έγινε μετά ήταν πέραν κάθε φαντασίας. Χορός μέχρις τελικής πτώσεως με συμμετοχή από τουλάχιστον τα τρία τέταρτα των καλεσμένων, γιατί απλούσταστα η μουσική και τα τραγούδια ήταν αυστηρά παραδοσιακά, χαρακτηριστικά του καταγωγής και της κουλτούρας των νεόνυμφων και των συγγενών, χορογραφίες εντελώς άγνωστες σε μας τους πρωτευουσιάνους, με φιγούρες που θα κάνανε τους συμμετέχοντες σε reality να αφρίζουν από τη ζήλεια. Πέρασαν όλοι καλά κι εμείς καλύτερα και με το εμείς εννοώ την παρέα από το πανεπιστήμιο που καθήσαμε όλοι μαζί πρώτο τραπέζι πίστα (ναι ναι η νύφη μας έκανε φοβερή τιμή, παραβλέποντας το πρωτόκολο σε ανάλογες περιπτώσεις) και μπορεί να μη δώσαμε χορευτικό ρεσιτάλ, αφήσαμε όμως με το δικό μας τρόπο το στίγμα στη γιορτή.
Το bottomline και των δύο διαφορετικών γάμων: ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Και στα δικά σας οι ανύπαντρες, καλά κουράγια σε μας και την υγειά μας να έχουμε να μπορούμε να σας ακολουθούμε όπου παντρεύεστε! Φιλιά!

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Gourmet dining



Βραδυά γκουρμέ σε ένα από τα πιο ακριβά και συνάμα most sought after εστιατόρια έζησα τις προάλλες. Ξέρω, είναι προκλητικό εν μέσω κρίσης να μιλάω για μαγαζιά όπου το να φας κοστίζει όσο το ΑΕΠ μιας μικρής χώρας, αλλά επειδή σε αυτό το μάταιο κόσμο μας έχουν μείνει λίγες χαρές και επειδή η ζωή είναι μικρή, μία στο τόσο μπορούμε να κακομαθαίνουμε τους εαυτούς μας. Πήγα, λοιπόν, μ' ένα φίλο στο funky gourmet, για το οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή ήξερα ή καλύτερα είχα διαβάσει για τους χρυσούς σκούφους που του είχανε απονείμει τα τελευταία δύο χρόνια.  Δε γνώριζα ούτε το background, ούτε τους σεφ, ούτε καλά καλά που βρισκόταν το μαγαζί, ευτυχώς όμως ο φίλος ήταν κατατοπισμένος και πολύ σωστά ενημερωμένος για το κάθετι αναφορικά. Άλλωστε, ήταν δική του επιθυμία να δειπνήσει κάπου ξεχωριστά και σκέφτηκε να μοιραστεί την εμπειρία μαζί μου (και τον χιλιοευχαριστώ για την τιμή). Έβαλε τα μεγάλα μέσα λοιπόν για να τρυπώσει στο καρνέ των κρατήσεων και να βρούμε τραπέζι για το ίδιο κιόλας βράδυ, παρά το ότι η λίστα αναμονής ήταν τουλάχιστον δύο εβδομάδες (πόσο νεοϋορκέζικο ακούγεται αυτό, ε;) και κάπως αργάμιση η φωκίτσα έσκασε μούρη σε ένα πανέμορφο νεοκλασικό κάπου στον Κεραμεικό, με dress code και διάθεση εντελώς για άλλα γούστα.
Το στήσιμο του μαγαζιού ήταν λιτό, η υποδοχή θερμή και γενικότερα το σέρβις ήταν ευγενικά απρόσωπο κι απρόσωπα ευγενικό. Ένας όμορφος χώρος στον πρώτο όροφο, με καμιά δεκαριά τραπέζια όλα κι όλα, άλλωστε το concept του μαγαζιού ήταν αρχικά για private dining και εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό κουβέρ. Σερβιτόροι, βοηθοί, sommelier όλοι eager να εξασφαλίσουν ένα καλό tip στο τέλος της βραδυάς, πέραν του δεόντος επεξηγηματικοί ως προς τα υλικά των πιάτων και τις ποικιλίες του κρασιού, να σου γεμίζουν τα ποτήρια και να σου αδειάζουν τα πιάτα πριν καν προλάβεις να πεις γιούχου. Οι επιλογές σε φαγητό περιορισμένες, αλά καρτ διαλέγοντας από τρία πρώτα, τέσσερα κυρίως και τρία γλυκά. Ο κατάλογος των κρασιών ήταν τουλάχιστον δέκα φορές μεγαλύτερος, εν αντιθέσει μάλλον με το μέσο όσο εστιατορίων στην Αθήνα. Alternatively, σου δίνανε την επιλογή ενός fixed μενού 16 σταδίων, που κόστιζε 100ευρώ το άτομο. Όλα πάντως οργανωμένα με ένα ύφος που δεν αφήνει περιθώρια να ελιχθείς γευστικά. άλλωστε νομίζω το notion του μαγαζιού δεν είναι να φάει ο πελάτης ό,τι θέλει, αλλά να έχει δυό εναλλακτικές σε αυτά που θέλει να του προσφέρει ο σεφ.
Όπως και να έχει, η παρουσίαση των πιάτων ήταν πρωτότυπη, ο συνδυασμός των γεύσεων αρκετά αρμονικός, η χρήση πρωτότυπων τεχνικών (που προσωπικά πρωτοείδα στα reality μαγειρικής φέτος) επιτυχημένη. Από το amuse bouche της γρανίτας χωριάτικης σαλάτας, μέχρι την ιεροτελεστία προετοιμασίας μίας πίτας φαλάφελ, από την πανδαισία αρωμάτων και χρωμάτων της σαλάτας μέχρι την ανυπαρξία πραγματικής πάστας στην αστακομακαρονάδα (που ήταν και το ακριβότερο πιάτο του καταλόγου), το φτυαράκι και η γλαστρούλα τρούφας, το δέντρο με τις σοκολατένιες ελιές, όλα μου φάνηκαν άρτια εκτελεσμένα. Η σεφ δε λυπήθηκε τις πρώτες ύλες, χρησιμοποίησε τις καλύτερες και πραγματικά έθεσε τον πήχη πολύ ψηλά στις γαστρονομικές απαιτήσεις μου. Η συνολική εμπειρία μου άφησε παρά το υπερβολικά ακριβόν τίμημα την αίσθηση ότι έφαγα πάρα πολύ καλά, value for money. Οι ποσότητες ναι, ήταν ένα θέμα, αλλά πότε δεν είναι σε τέτοιου είδους εστιατόρια; Κι άλλωστε, όταν πας να φας έντεκα το βράδυ, ε δε νομίζω ότι χρειάζεται να στουμπώσεις και στο φαγητό.
Κι αναπάντεχα έρχεται η σύγκριση με προηγούμενη μου εμπειρία σε έτερο βραβευμένο εστιατόριο πριν ενάμιση χρόνο. Που κυριολεκτικά δεν είχα φάει τίποτα, γιατί καμία γεύση δεν ταίριαζε στον ουρανίσκο μου, γιατί ο σεφ είχε προασπαθήσει υπερβολικά, γιατί ίσως παραείμαι μαθημένη στα σουβλάκια και τα άλλα ταπεινά junk food, γιατί η ατμόσφαιρα θύμιζε μαυσωλείο και γιατί μου είχανε φανεί τόσο στημένα, τόσο κυριλέ, τόσο εκτός ηλικιακού target group, τόσο μακριά από τη δική μου λαϊκή πραγματικότητα. Εν αντιθέσει με τη βραδυά στο funky gourmet, που οι γεύσεις ήταν προσιτές και οικείες, απλά η χρήση ακριβών υλικών και η παρουσίαση προσέδιδε στα πιάτα την αίγλη που το διαφοροποιεί από μια σπιτική ταβέρνα με καλομαγειρέμένα μαμαδίσια φαγάκια. Το φαγητό ήταν με μία λέξη ασύλληπτο, και για να το λέει ο πλέον μίζερος άνθρωπος στον κόσμο, σημαίνει πώς ήταν κι ακόμα παραπάνω. Ο κόσμος ήταν ανάμεικτος, από κουλτουριάρηδες σκηνοθέτες και ηθοποιούς, μέχρι ζευγαράκια, από επιχειρηματίες σε επαγγελματικό δείπνο μέχρι δυο καλούς φίλους που απλά θέλανε να κάνουν κάτι ξεχωριστό. Κι αυτή η πολυμορφία έκανε το περιβάλλον ζεστό. Κι η πινελιά που για μένα κέρδισε το άριστα ήταν που στο τέλος της βραδυάς η γλυκύτατη σεφ Γεωργιάννα Χιλιαδάκη βγήκε και χαιρέτησε έναν έναν τους πελάτες, ρωτώντας την άποψη μας και απαντώντας σε ερωτήματα σχετικά με τα πιάτα. Δε νομίζω πως ένα τόσο ακριβοθώρητο μαγαζί μπορούσε να γίνει πιο προσιτό! Συμβουλή: σπεύσατε έστω για μια φορά! Φιλιά!

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

She's just not into you

Διαβάζα τις προάλλες σε ένα blog για τις συνήθεις παπαριές που λέει ένας άνδρας προκειμένου να ρίξει μια γυναίκα και φυσικά με είχε πιάσει υστερικό γέλιο με τις ηλιθιότητες που μπορεί να σκαρφιστούν. Ήθελα όμως να του γράψω του τυπά που υπέγραφε το κείμενο πως ακόμα πιο απαράδεκτες είναι οι ατάκες με τις οποίες εμείς οι γυναίκες ρίχνουμε τις χυλόπιτες ζεστές ζεστές, σε όσους δε μας κάνουν το κλικ, σε όσους απλά πήρανε μόνοι τους θάρρος από τη σημαία ή τελοσπάντων σε όσους απλά είναι για τον πούτσο και δεν μπορούμε να ασχοληθούμε περαιτέρω. Γιατί, μεγάλε, καλή η προπάθεια να με ρίξεις στο κρεββάτι, αλλά άμα σου έχω έτοιμη πληρωμένη απάντηση και δεν έχεις μέσο διαφυγής, απλά την έκατσες. Νομίζω θέλει μεγάλη διπλωματία και κινήσεις ελιγμού για να την προσφέρεις αλλά και να την εισπράξεις όσο πιο ανώδυνα γίνεται. Κι ίσως και λίγη εξυπνάδα, όχι όμως τη συνήθη κουτοπονηριά με την οποία συμπεριφέρονται οι περισσότερες γυναίκες. Και πολύ χιούμορ θα έλεγα. Α... κι όσο το δυνατόν περισσότερη ειλικρίνεια.
Εντάξει, δηλαδή, αυτή η χιλιοειπωμένη μουφοδικαιολογία του τύπου "ξέρεις, σε βλέπω σα φίλο" εμένα μου προκαλεί εμετό. Δεν την έχω πει ποτέ και ούτε πρόκειται, για τον απλούστατο λόγο του ότι τους φίλους μου τους έχω ορίσει χρόνια τώρα και προφανώς δεν έχω καμία κωλοπιλάλα να προσθέσω ακόμα έναν στη λίστα. Τι πάει να πει τον βλέπεις τον άλλο σα φίλο, πες του ξεκάθαρα του άλλου ότι δε γουστάρεις κι άστον μετά να διαχειριστεί εκείνος το πώς θα σε ξανα-προσεγγίσει. Πες ρε παιδί μου ότι δεν είναι ο τύπος σου (ψηλός, γεροδεμένος, γκριζομάλλης και λάτρης του Ολυμπιακού, λέμε τώρα), δε νομίζω να πάει στον Προκρούστη για να ψηλώσει όυτε να αρχίσει να gillie diet για να αδυνατήσει ούτε να γίνει ξαφνικά βαψομαλλιάς. Πες ότι δε διακρίνεις κοινά στοιχεία που να συνιστούν ότι ταιριάζετε, εκεί κι αν θα πάρει το μήνυμα loud and clear. Αλλά αυτό με το κολλητιλίκι, με προκαλεί εμένα και φαντάζομαι και τον χυλοπιτοεισπράκτορα να ξεστομίσει την περίφημη ατάκα ότι τα καλύτερα γκολ μπαίνουν στα φιλικά. Άρα, φάουλ.
Η δεύτερη μεγάλη ψευτιά είναι να πεις ότι έχεις γκόμενο, ενώ φυσικά το σύστημα εκεί κάτω έχει πιάσει αράχνες από την αδράνεια  κι έχεις να πας βολτούλα αγκαζέ από τα χρόνια του νηπιαγωγείου. Βρε φιλενάδα, λίγη αξιοπρέπεια, εκτός κι αν πάσχεις από το σύνδρομο που έχουν κάτι μικρά παιδάκια κι έχουν φανταστικούς φίλους, έτσι κι εσύ εφηύρες ένα καβατζογκομενάκι για να τη σκαπουλάρεις. Στατιστικά, οι περισσότερες που λένε αυτό το ψέμα για να αποφύγουν κάποιο επίμονο μνηστήρα, μέσα σε λίγες μέρες αποκτούν όντως γκόμενο και μετά γίνονται διπλά ρόμπα, γιατί πότε πρόλαβες και σούταρες τον προηγούμενο, πότε βρήκες καινούριο, πρέπει να είσαι λέμε και πολύ μεγάλη καριόλα. Βέβαια, ακούω ήδη αντιρρήσεις από την κολλητή, και καλά δεν υπέγραψε κάνα συμβόλαιο με τον άκυρο, ούτε είναι αναγκασμένη η άλλη να δώσει εξηγήσεις γιατί χυλοπίτιασε τον ένα και στα καπάκια βρήκε άλλον. Δεν ξέρω, αν δεν έχεις το θάρρος της γνώμης να πεις στον άλλο την αλήθεια, ε ναι για μένα μετά είσαι άξια της μοίρας σου για ό,τι βρει να σου σούρει ο χριστιανός.
Αυτή η περίπτωση απαντάται και με διαφορετική βερσιόν, του τύπου ξέρεις δεν είμαι σε φάση για σχέση γιατί ακόμα σκέφτομαι ή τραβιέμαι με τον πρώην μου. Να΄τος πάλι ο φανταστικός φίλος. Κυρά μου, σκέφτεσαι τον πρώην σου που αν δεν κάνω λάθος τον έστειλες αδιάβαστο εσύ πριν κάνα δίχρονο, κι απλά όταν ζορίζουν τα πράγματα τον βγάζεις από την κατάψυξη και τον μνημονεύεις; Fail. Η και καλά τραβιέσαι ακόμα μαζί του, αλλά φυσικά έχεις και το νου σου για τυχόν κάτι καινούριο, εξ ού και το πράσινο φως που έλαβε από σένα ο μελλοντικός χυλοπιτοεισπράκτωρ. Loser. Πόσο χαμηλά ρε πούστη μου είναι διατεθειμένες ορισμένες γυναίκες να πέσουν και πόση απελπισία τις κυριεύει, δηλαδή. Το παρελθόν φιλενάδα είναι παρελθόν and what happens in rome stays in rome, τέλος. Τι κάθεσαι και ψάχνεις εκεί στις ναφθαλίνες να βρεις κουράγια να ξαποστείλεις αυτόν που δε σου αρέσει, όταν όλα μπορούν να τελειώσουν γρήγορα, απλά και χωρίς αναισθητικό, μπαμ κι έξω δε γουστάρω ρε φίλε. Πρώην και αηδίες...
Κι αυτό το "δεν είμαι σε φάση"... Μη λες δεν είμαι σε φάση για σχέση. Μεγάλε, είμαι σε τρελλή φάση και σε τρελλή φόρμα, απλά δε νομίζω ότι το μεταξύ μας μπορεί να αποδώσει σε στοίχημα. Δικαιολογίες του τύπου θέλω να είμαι μόνη μου για λίγο διάστημα, μόλις βγήκα από κάτι πολύ ψυχοφθόρο και επειδή είσαι καλό παιδί δε θέλω να σε ταλαιπωρώ, διπλή πίκρα κι απάτη. Ποιον κοροιδεύεις, πες ξεκάθαρα πως δεν είσαι απλά σε φάση για να κάνεις κάτι μαζί με αυτόν συγκεκριμένα, δεν είναι ούτε ότι τραβάς τίποτα σοβαρά ζόρια, ούτε έχεις πάθει καμιά κατάθλιψη, γενικότερα είσαι horny όσο δεν πάει, απλά δε σου κάνει κούκου αυτός. Αν σε ένοιαζε που είναι καλό παιδί και τον συμπαθείς, ρίχτου τότε ένα στα γρήγορα για το ψυχικό και στείλε τον μετά στην ευχή του Θεού, μην του χρυσώνεις όμως το χάπι. Άσε, που θα πάρουν και τα μυαλά του αέρα και μετά θα διατείνεται πως οι φήμες τον θέλουν για πολυυυυυυυυυυυ καλόοοοοοοοο παιδί, με πιστοποιητικό κιόλας, το δικό σου.
Ή κάνω πολύ παρέα με άνδρες (και ακούω τα όσα μύρια αποδίδουν στις γυναίκες, άρα μαθαίνω) ή παρα-έχω γίνει κυνική. Εμένα πάντως αν μου σκαγε χυλόπιτα από άνδρα on the grounds ότι περνάει φάση ή ότι σκέφτεται ακόμα την πρώην ή ότι είμαι καλή κοπέλα αλλά με βλέπει σα φίλη, θα άρχιζα αμέσως γυμναστήριο, θα τράβαγα καμιά πλαστική στη μάπα και θα ξεστραβωνόμουν να πάρω και κάνα διδακτορικό, γιατί όλες αυτές οι γελοίες υπεκφυγές συνάδουν στο ότι απλά είμαι άσχημη, βαρετή και δεν του κάνω εντύπωση.  Α, και θα παιρνα δρόμο όσο το δυνατόν γρηγορότερα, γιατί αν ο τύπος δεν έχει τα αρχίδια να ρίξει μια απόρριψη της προκοπής, πού να βασιστείς πάνω του αργότερα ότι θα φοράει και θα τιμάει τα παντελόνια του, ε; Επιμένω, πως δεν υπάρχει τίποτα πιο "αντρίκειο", τίμιο και ειλικρινές από το να λες ότι κάτι δε σου αρέσει, δε σου ταιριάζει και δε γουστάρεις. Κοφτά και χωρίς περιθώρια για παρεξηγήσεις ή παρερμηνείες. Σκληρό κι άκομψο αν ακούγεται, πιστεύω πως ο άλλος θα το εκτιμήσει (όταν συνέλθει από την ήττα, που αν έχει τη δέουσα αυτοεκτίμηση, δε νομίζω να πάρει πάνω από τριάντα δευτερόλεπτα, ίσα μέχρι να πει "χάρηκα, τα λέμε") και θα σε παραδεχτεί. Στο κάτω κάτω, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να μας αρέσουν όλοι σε όσους αρέσουμε εμείς. Κι αν δεν είμαστε εμείς, θα βρουν κάτι καλύτερο, οπότε καλό κατευόδιο. Φιλιά!

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Uni Times

Τα φοιτητικά τα χρόνια δεν τ' αλλάζω με τίποτα... Μα με τίποτα, λέμε. Δεν ξέρω αν είμαι από τους λίγους που πραγματικά περάσανε τέλεια όσο σπούδαζαν ή αν τελοσπάντων υπάρχουν κι άλλοι εκεί έξω που νοσταλγούν τόσο έντονα τη ξενοιασιά εκείνων των εποχών, αλλά πολλές φορές μιλάω με φίλους που τελείωσαν πανεπιστήμιο στην Ελλάδα και είναι σα να μιλάω με εξωγήινους για το θέμα. Παντελής έλλειψη ενθουσιασμού από την πλευρά τους, καμιά φορά αλλάζουν και την κουβέντα σε χρόνο dt, σα να έχουν κάνει delete εκείνα τα χρόνια, σα να περάσανε από το σχολείο απευθείας στην τωρινή τάξη πραγμάτων (βλέπε δουλε(ί)α). Ας πρόσεχαν! Δεν τους επέβαλλε κανείς να αυτο-καταδικαστούν στην ανία και την ευλαβική παρακολούθηση διαλέξεων, την ανυπόφορη εξεταστική και τα κλισέ ετήσια τριήμερα της σχολής τους στη Μύκονο και την Αράχωβα. Η ζωή όμως των φοιτητών στην Αγγλία ήταν πραγματικά ένα συνεχές πάρτυ. Περιείχε όλες τις μορφές διασκέδασης, κοινωνικοποίησης, άθλησης και περαιτέρω επιμόρφωσης πέρα από αυτό καθαυτό των μαθημάτων, βασικά ήταν ένα σχολείο ζωής.
Πέρα, όμως, αυτών το πιο σημαντικό εφόδιο από εκείνη την εποχή θα έλεγα πως ήταν οι γνωριμίες. Την περίοδο 1995-1999 που ήμουν εκεί στο πανεπιστήμιο σπουδάζανε πάνω από 1500 Έλληνες, από όλα τα μήκη και τα πλάτη της πατρίδας, από όλα τα κοινωνικά στρώματα κι από όλες τις ηλικίες. Η μικρή κοινότητα ήταν όντως μια μικρογραφία εληνικού χωριού, με τις παρέες, τις κλίκες, τις συντεχνίες, τις ίντριγκες, τα κουτσομπολιά, τις σχέσεις, τα ζευγαρώματα, τα πισωμαχαιρώματα. Εκεί μπήκανε οι βάσεις για βαθειές αδερφικές φιλίες, για μελλοντικούς γάμους, για κουμπαριές. Εκεί μπήκανε και οι βάσεις για μετέπειτα χρήση των κοννέ στον επαγγελματικό στίβο, καθώς από το πανεπιστήμιο διέπρεψαν σημερινοί γιατροί, τραπεζίτες, δικηγόροι, λογιστές. Δεκαπέντε χρόνια μετά, όλοι πλέον έχουμε στον κύκλο μας πρώην συμφοιτητές είτε με την ιδιότητα του κολλητού, είτε του συνεργάτη, είτε του νυν/πρώην συντρόφου. Και το αστείο είναι πως σε αρκετές περιπτώσεις οι επαφές και οι σχέσεις του σήμερα δεν είχανε καμία απολύτως υπόσταση στο τότε ή αντίστροφα σχέσεις που χτίστηκαν back in the nineties, ξέφτισαν με το πέρας του χρόνου και δεν υπάρχουν πια, παρά μόνο με τη μορφή "φίλων" στα sites κοινωνικής διαδικτύωσης.
Πριν μερικές μέρες παραβρέθηκα σε ένα επίσημο reunion των αποφοίτων του πανεπιστημίου (είχε προηγηθεί κι ένα άλλο παλιότερα, άτυπο και σε κλίμα χριστουγεννιάτικου πάρτυ, όπου υπήρχαν κι άλλοι καλεσμένοι, οπότε δεν ήταν αμιγώς συγκέντρωση αποφοίτων). Ήταν μια ευχάριστη συνεύρεση, δεν πήγαν πολλά άτομα, αλλά από αυτούς που κατάφεραν να κλέψουν μια ώρα και να πεταχτούν μέχρι το Βιομηχανικο Επιμελητήριο δημιουργήθηκε ένα κλίμα νοσταλγίας και μια χαρούμενη ατμόσφαιρα. Ανάμεσα στα (με τη βία) εκατό άτομα που πήγαν, ξεχώρισα αρκετούς παλιούς γνώριμους, άτομα με τα οποία κάποια φεγγάρια ήμουν κώλος και βρακί, άτομα με τα οποία κάποια στην πορεία γίναμε εντελώς κώλος και άτομα των οποίων η ύπαρξη μου ήταν παντελώς αδιάφορη. Κι όμως, εγκάρδια εναγκαλιαστήκαμε, ανοίξαμε πηγαδάκια, ρωτούσαμε ο ένας τον άλλο για τη σταδιοδρομία μας τα τελευταία 15 χρόνια, ανταλλάξαμε business cards και e-mail, οι πλέον οικογενειάρχες κάνανε show off τις φωτογραφίες των τέκνων, οι αρραβωνιασμένες των μονόπετρων και τα party girls σαν κι εμένα απλά χαμογελούσαν διάπλατα και έκλειναν συνομωτικά το μάτι σε έτερα party animals, δίνοντας το σύνθημα να συνεχίσουμε το reunion over drinks σε παρακείμενο μπαρ του Κολωνακίου.
Το resume ήταν πως χάρηκα αφάνταστα για κάθε έναν συμφοιτητή που ξαναείδα εκείνο το βράδυ, ανεξαρτήτως του status της μεταξύ μας γνωριμίας. Ήρθαν το μυαλό εικόνες από πλάκες, ξεφαντώματα, ξενύχτια στη βιβλιοθήκη, δύσκολες εξεταστικές, αγώνες μπάσκετ και λιώσιμο στο sports center, λιγδιασμένα μεταμεσονύχτια delivery, summer balls με gowns & tuxedos. Βέβαια, μέσα σε όλα αυτά φλέρταρα και για λίγο με το φρικιαστικό ενδεχόμενο να έρθω μούρη με μούρη με έναν ή περισσότερους από τους 4 πρώην... Σκληρό το ξέρω, μη σας μπαίνουν ιδέες τύπου school slut, ωστόσο , μέσα σε 15 χρόνια 4 σχέσεις, δε νομίζω πως είναι και τόσο επίκινδυνος αριθμός, ε; Τι να κάνουμε, αυτό το πανεπιστήμιο με κυνηγούσε και μετά την αποφοίτηση... Λες και δεν υπήρχαν άνδρες αλλού. Τεσπά, ευτυχώς για όλους, κανείς από τους τέσσερις δεν παραβρέθηκε και ησυχάσαμε. Τη γλιτώσαμε φτηνά μόνο με ένα καρδιοχτύπι για τον άνδρα πόθο απωθημένο του πρώτου έτους, που αυτός όντως ήρθε και έκανε και εκμυστηρεύσεις (ευτυχώς είχα πιει αρκετές βότκες για να μην τον πάρω σοβαρά), με μερικές κλεφτιές ματιές από κάτι κουρασμένους παντρεμένους (που γυάλιζε το μάτι τους) και αρκετές μουφο-προτάσεις για μελλοντικές συναντήσεις σε μπουζουκερί και club από τους εναπομείναντες free spirits (σπάνιο είδος υπό εξαφάνιση). Το καρνέ μου επίσης γέμισε με τηλέφωνα όλων των εδικοτήτων γαι να τους έχω stand by σε ώρα ανάγκης (δασκάλα αγγλικών για τα παιδιά, δικηγόρο για το διαζύγιο, γιατρό για το by pass, διατροφολόγο για την μπάκα, ψυχολόγο για το post trauma therapy, τραπεζίτη για τις καταθέσεις, financial analyst για τις επενδύσεις, δημοσιογράφο για τα άρθρα στα tabloids, πελάτη για τη δουλειά και μια housewife για να κουτσομπολεύουμε Μενεγάκη και DTWS). Κι όλα thanks to Essex uni... α ρε ένδοξη φοιτητική ζωή!

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Μαζώ ή να μη ζώ



Πριν κάνα μήνα πήγα να ακούσω Μαζωνάκη στο Βοτανικό. Εντάξει, κάπου πρέπει να κάνω κι ένα διάλειμμα από τον πολύ Αντωνάκη (βέβαια, εδώ που τα λέμε δεν πήγα και τόσες πολλές φορές φέτος, μόνο 6, αλλά κάνω κράτει για τον καλοκαιρινό γύρο στο Θάλασσα). Είχα ακούσει λοιπόν διάφορα για το show Τα ίσια Ανάποδα, φίλοι που είχαν πάει από τις αρχές της σεζόν μου είχαν πει τα καλύτερα. Η αλήθεια είναι πως ο Μαζώ είναι περίεργη φάση καλλιτέχνη, ή τον μισείς εντελώς ή καρα-γουστάρεις, δε νομίζω πως έχει κοινό που απλά τον ανέχεται για μια βραδυά στα μπουζούκια. Δηλαδή, έχω ακούσει σχόλια πως είναι εντελώς άφωνος, πως η κόκα του έχει κάψει και το τελευταίο εγκεφαλικό κύτταρο, πως είναι μεγάλο σούργελο κλπ. Δε θα προσπαθήσω να πείσω κανέναν για την ποιότητα της χροιάς του, είπαμε πολλάκις ότι τα μουσικά γούστα είναι ποικίλα και ειδικά η φώκια είναι παντός καιρού και ρεπερτορίου. Προσωπικά, τον ακούω από τα πρώτα του βήματα, ακόμα θυμάμαι την πρώτη του συνέντευξη στον Πρωινό καφέ της Κορομηλά (oh yes) και σαν κοριτσάκι είχα αγοράσει τουλάχιστον 5 cd του. Αν αυτό δε με κάνει οπαδό, τότε δεν ξέρω τι. Τεσπά, το bottomline είναι φέτος στο συγκεκριμένο μαγαζί μου είχανε πει ότι γενικά έπαιζε καλή φάση και σε συνδυασμό με το ξέκωλο την Πάολα (από φωνή κορμάρα) ο κόσμος διασκέδαζε.
Οπότε, όταν δέχτηκα πρόσκληση από μια γνωστή να πάω με την παρέα της (ενώ δε γνώριζα κανέναν από τους υπόλοιπους συνδαιτημόνες) την αποδέχτηκα με σχετική ευκολία. Η αλήθεια είναι πως έπεσε κι ένα κίνητρο: η κοπελιά με ενημέρωσε πως λόγω κάποιας γνωριμίας στο μαγαζί, το αντίτιμο θα ήταν 130 ευρώ το μπουκάλι. Επειδή τυχαίνει να βγαίνω πολύ τακτικά και σε μεγάλες πίστες αλλά και σε πιο παρακμιακά μπουζούκια (call me embati, call me frangelico) απόρησα με το ποσό, αλλά δεν έδωσα σημασία, σκέφτηκα πως ακόμα καλύτερα θα πιούμε περισσότερα μπουκάλια. Φευ... μικρή κι ανόητη φωκίτσα. Όταν έφτασα στο μαγαζί, η κοπελιά με ενημέρωσε πως δυστυχώς το ποσό των 130ευρώ ανά μπουκάλι αντιστοιχεί σε κατανάλωση σε τραπέζια του εξώστη (τα λεγόμενα "φοιτητικά") και ήθελε τη συγκατάθεση μου να πάμε σε τραπέζι στον κάτω χώρο, πληρώνοντας φυσικά το νορμάλ ποσό των 180ευρώ. Μα εννοείται καλή μου, στον εξώστη δεν κάθομαι ούτε για να δω την Τραβιάτα, τι λέμε τώρα. Αλλάξαμε όροφο και τραπεζάκι σε χρόνο dt, έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις και περιμέναμε να αρχίσει το πρόγραμμα.
Κάποια στιγμή, η κοπέλα μου εκμυστηρεύεται πως στα prive του μαγαζιού κάθονται γνωστοί της και πως αν θέλουμε (δεδομένου ότι είμασταν μόνο 5) μπορούσαμε να πάμε να καθήσουμε μαζί τους, μιας κι οι άλλοι είχανε κράτηση για 12, αλλά δεν είχαν μαζευτεί τα άτομα. Γίνεται να φέρεις αντίρρηση σε κάτι τέτοιο; Δε γίνεται. Να είσαι μέσα στο ring και να έχεις το Γιωργάκη να σου τραγουδάει στο αυτί σου; Σωστή η κοπελιά μας ενημερώνει ότι οι τιμές στα prive τραπέζια αφορούσαν κατανάλωση μόνο premium φιάλης, οπότε ψιλοξεχνάμε τα 180 και φτάνουμε αισίως στα 220 ή ανάλογα τέλοσπαντων το ποτό. Καμία αντίρρηση κι εκεί, άλλωστε στους ήδη 7 που κάθονταν εκεί οι 4 ήταν γυναίκες άρα σκεφτήκαμε πως σιγά το πολύ που θα πιούνε. Οπότε, στρογγυλοκαθήσαμε στους δερμάτινους καναπέδες, παραγγείλαμε τις grey goose κι αράξαμε. Γίνανε εκ νέου συστάσεις και με δέος (χαχαχα) μου επιστήσανε την προσοχή πως στο τραπέζι μας παραβρίσκονταν 3 celebrities . Ούτε που τους ήξερα. Δυο ήταν πρώην παίκτες reality και μια ήταν η αδερφή γνωστού μόδιστρου/ fashionista/solarium addict. Τους γύρισα την πλάτη με το καλησπέρα, γέμισα το ποτήρι μου και έθεσα το αιφόνι σε ετοιμότητα για να απαθανατίσω τις στιγμές απείρου κάλλους που ήμουν σίγουρη πως θα εκτυλλίσονταν.
Η βραδυά ήταν απ' όλες τις απόψεις ενδιαφέρουσα. Ο Μαζώ έδωσε ρέστα, η φουστοβερμούδα για την οποία είχε γίνει τόσος ντόρος δε μου φάνηκε καθόλου σοκαριστική, το μουστάκι του ήταν well trimmed και δε θύμιζε Σφακιανό, η Πάολα ήταν συγκλονιστικά γυμνασμένη κι απαστραύτουσα και τα αγόρια λουλουδάδες ανύπαρκτα. Δεν ξέρω, αλλά ελέω κρίσης, τους είχανε καταργήσει, όλες κι όλες δυο λουλουδούδες μπήκανε στο ring και μάλλον η παρουσία τους ήταν περιττή, καθώς το μοναδικό τραπέζι που πετούσε γαρύφαλλα ήταν το "δικό μας". Εντάξει, να είμαστε και λίγο σοβαροί, ποιος νοήμων πλέον διαθέτει κερατιάτικα λεφτά για να εκσφενδονίζει πανέρια; Μόνο η ηλιοκαμένη φασιονίστα/μοδίστρα. Το κέφι πάντως ήταν αμείωτο, το fan club του αοιδού είχε αναρτήσει τεράστια πανό "χωρίς μαζώ, εγώ δε ζω" και λυσσάγανε (τα μυαλά στα κάγκελα), τα πούρα στους διπλανούς καναπέδες φουντώνανε ασύστολα, οι celebs ξεσκίστηκαν να σουρώνουν τα χείλη τους σαν τους ροφούς στις φωτό και τελικά για πότε τέσσερις πήγε, μου'παν πάλι φύγε ούτε που το κατάλαβα.
Το κλου της βραδυάς όμως ήρθε μαζί με τη λυπητερή. Oh yes... Η φιλενάδα έβγαλε το παγγάρι κι άρχισε να μαζεύει τα ψιλά, μόνο που το ταμείον βρέθηκε απειλητικά να είναι μείον. Κάποιοι τσαμπαζήδες την έκαναν με ελαφρά όσο εμείς οι υπόλοιποι  μερακλώναμε με το Μαζώ και μαντέψτε ποιο ήταν αυτοί: οι "φίρμες" των reality. Προφανώς θεώρησαν πως τα ποτά τους και η διασκέδαση τους εκείνο το βράδυ ήταν ευγενική χορηγία της φωκίτσας και των λοιπών αθώων που δεν πήραμε γραμμή ότι το upgrade από τα τραπέζια της πλέμπας στα prive δεν ήταν καθόλου κίνηση ανιδιοτέλειας. Κάτι λοιπόν με τους μαλάκες που έφυγαν χωρίς να αφήσουν λεφτά, κάτι με το ότι το παρακάναμε στα μπουκάλια, κάτι με το ότι η τιμή φιάλης άγγιζε τα 250... καταλήξαμε 5 κορόϊδα στο τέλος να πληρώσουμε ο καθένας μας για άλλους 2. Σχεδόν να μην έχουμε λεφτά για τον παρκαδόρο, για τέτοια ξεφτίλα μιλάμε. Από εκεί που με καλέσανε για ένα ποτό των 25ευρώ (λέμε τώρα), πληρώσαμε σχεδόν από ένα μπουκάλι το άτομο και να πεις ότι ήπια για ένα ολόκληρο μπουκάλι, να έλεγα χαλάλι. Αλμυρούτσικος μας βγήκε ο botanique και όταν μετά από μια βδομάδα άλλη παρέα μου πρότεινε να πάμε πάλι στο Μαζωνάκη (στην τελευταία παράσταση) ευγενικά αρνήθηκα, ο 'Άγιος Βασίλης έρχεται μια φορά το χρόνο κι εμείς πρέπει κάπως να ζήσουμε. Φιλιά.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

It's only rock & roll...


Είναι αστείο πως όλη την προηγούμενη εβδομάδα φίλοι και γνωστοί μου έστειλαν e-mail ή αναρτούσαν σε twitter και fb κείμενα διαφόρων "δημοσιογράφων-κοσμικογράφων" αναφορικά με το τέλος εποχής για το θρυλικό "rock". Το αστείο έγκειται στο ότι οι περισσότεροι από αυτούς ούτε που είχαν πατήσει το πόδι τους μέσα στο μαγαζί ή τελοσπάντων είχανε πάει μια φορά όλη κι όλη στη ζωή τους και μάλλον καμιά άκυρη μέρα που η "πόρτα" θα ήταν ιδιαίτερα ελαστική ή ίσως κάποια στιγμή από το φετινό Γενάρη και μετά, που πραγματικά μόνο παρακαλετός ή αν σε πληρώνανε πήγαινες. Δηλαδή βγήκε ο κάθε κατακαημένος να "κλάψει" για τις ωραίες αναμνήσεις που προσέφερε το rock'n'roll στα 25 περίπου χρόνια λειτουργίας του. Και βλέπω και βιντεάκι στο youtube με τα τελευταία λεπτά, όπου κάτι ατομάκια έχουν ανέβει στο μπαρ και αγκαλιαστά χορεύουν και κάτι άγνωστες παντελώς φάτσες να στριγγλίζουν με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό και να αποθεώνουν τον dj. Sorry, αλλά είμαι η μόνη που δε διέκρινα ούτε έναν γνωστό θαμώνα σ'αυτό το video; Είμαι η μόνη της οποίας ο κύκλος ούτε καν πάτησε το πόδι του το τελευταίο σαββατοκύριακο γιατί απλούστατα απαξίωσαν την ντέκα και την κατάντια;
Και δεν αναφέρομαι στην κατάντια του μαγαζιού και των υπευθύνων, γιατί αυτοί οι ίδιοι (οι περισσότεροι από τους θεμελιώδεις συντελεστές τουλάχιστον) είχαν καιρό τώρα απομακρυνθεί, είτε για προσωπικούς λόγους (οικονομικές διαφωνίες κλπ) είτε γιατί είχαν αρχίσει να καταπιάνονται με πιο μεγαλεπίβολα projects και η πάλαι ποτέ αίγλη είχε εξατμιστεί. Αναφέρομαι στη γενικότερη κατάντια της νυχτερινής ζωής του Κολωνακίου, που κάτι με τις πορείες και τα επεισόδια στο Κέντρο, κάτι με την ανυπαρξία πάρκιγκ, κάτι με τις τιμές των ποτών να εκτοξεύονται σε παράλογα ύψη, ο κόσμος είχε οδηγηθεί σε πιο local καταστάσεις, προτιμώντας να βγαίνει σε μέρη κοντινά στο σπίτι του, όπως Γλυφάδα, Πειραιά, Κηφισιά ή το Ψυχικό. Τουλάχιστον εκεί δε ρίσκαρες να σου πάρουν πινακίδες επειδή πάρκαρες αμάξι στην Πατριάρχου ή να πέσεις σε κάνα μπλοκ αλκοτέστ γυρνώντας λιάρδα. Ο κόσμος είχε βρει εναλλακτικές κι αυτό νομίζω φάνηκε πολύ έντονα από την αρχή της σεζόν. Κι όλα αυτά περί αύξησης του ενοικίου κλπ τα βρίσκω δικαιολογίες. Το μαγαζί απλά δε μάζευε τον κόσμο που μάζευε στις καλές του εποχές, τότε που οι ουρές σχηματίζονταν στην πόρτα κι ο Παναγιώτης έριχνε τις πίττες ζεστές ζεστές.
Οι περισσότεροι φίλοι μου απλά είχανε πλέον επιλέξει να πίνουν αλλού το "τίμιο" ποτάκι τους ή τέλοσπαντων περνούσαν μόνο για ένα λεπτό να δούνε "τι παίζει" μέσα, ενώ ξέρανε πολύ καλά πως όλοι οι wannabies, όλοι οι "πάλαι ποτέ θαμώνες" ήταν πλέον σε κάποιο από τα μαγαζιά στο εμπορικό κέντρο Λαιμού. Να πω πως ακολούθησα ευλαβικά κι εγώ αυτή την τάση θα ήταν λιγάκι παραπλανητικό, γιατί προσωπικά πέρα από τη "μόδα" είχα κι άλλους λόγους που είχα σταματήσει να δίνω το παρών στο rock. Ήδη από πέρσυ είχα κουραστεί να βλέπω γύρω μου μόνο παιδικές φάτσες και να αισθάνομαι πως στα 33 μου ήμουν η πιο μεγάλη εκεί μέσα. Είχε καταντήσει παιδική χαρά, μιας και η ευκολία να μπει κανείς στο μαγαζί είχε ανοίξει την πόρτα του Παραδείσου για ηλικίες και κοινωνικές ομάδες που υπό άλλες συνθήκες δε θα φτάνανε ούτε μέχρι την είσοδο. Κι αν σε όλα αυτά προσθέσεις και το ότι είχα χάσει το τελευταίο διάστημα την απόλυτη συνένοχο μου στις κρεπάλες, απλά it was not fun anymore.
Μια γνωστή (προφανώς πικραμένη από τις "πόρτες" που θα΄χε φάει κατά καιρούς) σχολίασε ότι σιγά το πράμα και σιγά την αναστάτωση για το "κλείσιμο"΄, αφού ούτε η μουσική που παιζόταν εκεί μέσα δεν της άρεσε γιατί δεν ήταν αμιγώς ροκ, αλλά της θύμιζε μουσική του kissfm και ούτε ο κόσμος που έβλεπε της έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, καθότι όλοι της φαίνονταν "καμμένοι" και "δήθεν". Όπως λέω συνήθως, όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια. Εγώ μέσα σε αυτό το μαγαζί έζησα επικές στιγμές: ήπια, χόρεψα, τραγούδησα, μέθυσα, φλέρταρα, γείωσα, ερωτεύτηκα, μάλωσα, έκλαψα, χώρισα (όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά). Εκεί μέσα γνώρισα τον άνδρα της ζωής μου, εκεί μέσα βίωσα το απόλυτο girl power με τις πολυαγαπημένες μου φιλενάδες/αδερφές. Για αυτά και μόνο (και για τίποτα άλλο, για κανένα φασιονβικτισμό, καμία δηθενιά και κανέναν ελιτισμό) αγαπώ το Rock. Τα τραγούδια που ακούσαμε εκεί μέσα (κάθε μέρα, κάθε dj και το ξεχωριστό τους πρόγραμμα) μου δημιουργούν πάντα ρίγη και όπου κι αν τα ακούσω θα είναι πάντα άρρηκτα συνδεμένα με αυτό τόν χώρο. Από τους Bon Jovi της Πέμπτης μέχρι τη Μαρινέλα της Κυριακής και τις μεϊνστριμιές των απογευματινών πάρτυ τα Σάββατα...
Θέλω να θυμάμαι αυτό το μαγαζί σαν ένα αγαπημένο κομμάτι της ζωής μου και δεν ήθελα να ζω τον ξεπεσμό των τελευταίων μηνών. Θα θυμάμαι τις φάτσες και τα τυπάκια πάνω στους δερμάτινους καναπέδες, θα θυμάμαι τους πυροσβεστήρες, τις σφυρίχτρες, τα υποβρύχια με martini, την πίτσα με τη ρόκα, τα χριστουγεννιάτικα στολίδια στον πολυέλαιο, την ευγενική κυρία στις τουαλέτες που με ρωτούσε κάθε φορά αν είμαι καλά (αν το έχω), τους κοιλιακούς του Μάνου, το Σάββα να με στριμώχνει στην κουζίνα, την Άρια να λικνίζεται στη μπάρα, το στριμωξίδι και το πατείς με πατώσε και το Θανάση το σερβιτόρο να σπρώχνει ακόμα χειρότερα απ'όλους, τα αποκριάτικα πάρτυ, τις μουφοκρατήσεις για να σε βάλει μέσα ο πορτιέρης παραβλέποντας τους κακομοίρηδες που ξεροστάλιαζαν, το Λουκά να δίνει ρεσιτάλ στις φιγούρες του Micheal Jackson, τους συνήθεις υπόπτους να κάθονται πάντα στις αγαπημένες τους θέσεις κατά μήκος του μπάρ. Κι εγώ εκεί μ'ενα χαμηλό ποτήρι ουίσκυ με πάγο, με δωδεκάποντα στιλέτο (που κάθε φορά μετάνιωνα όταν έπρεπε να περπατήσω μέχρι το αμάξι), τη διάθεση τύπου durecell, με μάτια να έχουν γίνει κουμπότρυπες από τον καπνό και λίγο ζαλισμένη από τα ξύδια, να μην κουνάω ρούπι αν δεν άναβαν τα φώτα κι άνοιγε διάπλατα η πόρτα και την κολλητή να μου λέει ... "κοπελιάααααααα... πάει και σήμερα, άντε να μαζευτούμε". Για μένα λοιπόν, this is and always will be ROCK'N'ROLL. Φιλιά.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

"Φίλοι" προς αποφυγή


Προσφάτως απέκτησα έναν virtual stalker. Ναι, φαίνεται πως στις μέρες μας κάθε self-esteemed υπέρ-κοινωνικό κορίτσι οφείλει στον εαυτό του να έχει έναν τουλάχιστον παθιασμένο follower. Μόνο που στην περίπτωση μου, πιστεύω πως πρόλαβα το κακό στα σπάργανα κι αντιμετώπισα την κατάσταση με πυγμή κι αξιοπρέπεια κι έδωσα στον επίμονο θαυμαστή να καταλάβει πως δεν τον παίρνει να συνεχίσει με τα ακατάπαυστα e-mail, μηνύματα στο skype, την ανάρτηση τραγουδιών με ιδιαίτερα υπονοούμενα στο wall μου στο facebook και τις διαρκείς εκκλήσεις του για συνάντηση face to face. Όλοι οι φίλοι που αμέσως αντελήφθησαν αυτή την περίεργη υπερ-κινητικότητα με συμβούλεψαν να κάνω τον τύπο delete και καπάκι block από όλα τα social media στα οποία είχε επιβάλει την παρουσία του και να ησυχάσω μια και καλή.  Επειδή, όμως, αυτό μου φάνηκε κάπως άνανδρο και θρασύδειλο, μιας και κατά μία έννοια η κατάσταση είχε ξεφύγει του ελέγχου υπό τη δική μου ανοχή (είχα απαντήσει σε ένα δυο μηνύματα του, με τη συνήθη παιδική αφέλεια που με διακρίνει, σαν να επρόκειτο για ακόμα ένα φίλο κοινών γνωστών στον οποίο όφειλα μια στοιχειώδη ευγένεια) θεώρησα τίμιο να του εξηγήσω ότι με είχε ενοχλήσει η συμπεριφορά του κι ότι πολύ απλά θα του αφαιρούσα το δικαίωμα να με ξαναπλησιάσει διαδικτυακά. Η κίνηση μου αυτή φαίνεται (τουλάχιστον προς το παρόν) πως απέφερε καρπούς κι ο μετανιωμένος stalker απέστειλε ένα μήνυμα συγνώμης, έσβησε όλα του τα posts από το φατσοτοίχο μου, υποσχέθηκε πως δε θα ξανακάνει κάτι που να με φέρει σε δύσκολη θέση και μ'ευχαρίστησε που ντόμπρα (χαχαχα κάπου εδώ ο μικρός θα έλεγε "παντελονάτα") του ξεκαθάρισα την άποψη μου.
Με αφορμή, λοιπόν, αυτό το περιστατικό, είχαμε σήμερα στην παρέα (απαρτούμενη από γυναίκες και άνδρες) την κουβέντα για τις διαδικτυακές "φιλίες" και για τους κινδύνους που ελοχεύουν αυτά τα "ανοίγματα". Γιατί, εντάξει  δεν  υπάρχει κάτι περίεργο στο να θέλει κάποιος να διευρύνει τον κοινωνικό του κύκλο και να θέλει να αυξήσει τς γνωριμίες του, καλώς η κακώς το internet έχει δώσει σε όλους αυτό το προνόμιο, το θέμα είναι το φαινόμενο να μην πάρει προεκτάσεις ψυχοπάθειας κι εμμονής. Σίγουρα όλοι έχουμε γνωρίσει άτομα μέσα από κάποιο site κοινωνικής δικτύωσης, ίσως και να έχουμε προχωρίσει και σε real time επαφές μαζί τους, το θέμα είναι να υπάρχουν κάποιες νόρμες που να διέπουν αυτές τις περαιτέρω κοινωνικές περιπτύξεις. Δε θα μπορούσα εδώ να αρχίσω να κυρήττω υπέρ της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, της ανωνυμίας και του keeping a low profile, καθώς εγώ είμαι από τη φύση μου ένα πολύ loud κι εξωστρεφές άτομο, αλλά υπάρχουν πάντα και κάποια όρια. Κι είναι πολύ σημαντικό, όλοι οι νεο-αποκτηθέντες "φίλοι" μας να σέβονται αυτά τα όρια και να τηρούν τις αποστάσεις. Κι αν από δική μας υπαιτιότητα (δίνοντας, δηλαδή, δικαιώματα και το λεγόμενο πράσινο φως) οι διαχωριστικές γραμμές καταργούνται και ξεπερνάνε τα όρια, να τους επαναφέρουμε στην τάξη με αξιοπρέπεια και ειλικρίνεια.
Σημεία των καιρών το facebook,  τα chat rooms, to twitter κοι οι λοιπές πλατυφόρμες ηλεκτρονικής καβλάντας, όμως μέσα στον ωκεανό των άπειρων φαινομενικά άκακων χρηστών κολυμπάνε και "καρχαρίες" και λοιπά θηριώδη θηλαστικά που είναι έτοιμα να φάνε τα αμέριμνα μικρά ψαράκια. Και κρυμμένοι πίσω από τα avatars (κι εσχάτως τα fake accounts και fake profiles) παραμονεύουν αρπακτικά, αρρωστημένοι παιδόφιλοι, μαλάκες και καριόλες που ζουν για να σου κάνουν το βίο αβίωτο, να σε καταδικάσουν σε διαρκή φόβο, αγωνία κι ανασφάλεια. Το bottomline είναι, πως ποτέ δεν ξέρεις ποιον έχεις απέναντι σου σε μια καινούρια διαδικτυακή φιλία, αν είναι αυτός που διατείνεται πως είναι, αν οι προθέσεις του είναι αγνές και αν δεν κουβαλάει εμμονές ή άλλα σοβαρά κουσούρια. Προσωπικά, έστω και σε αυτό το πολύ μικρό βαθμό που το έζησα, το πάθημα μου έγινε μάθημα και εφεξής θα φιλτράρω ακόμα πιο διεξοδικά τα "αιτήματα φιλίας". Θεωρούσα πως είχα αυστηρά κριτήρια, πλέον θα βάλω τον πήχυ ακόμα πιο ψηλά. Φιλιά.